ΕΚΘΕΣΗ

από 12/3/2009 έως 26/4/2009

Τρείς ματιές στη Μεσόγειο

Εκθέσεις φωτογραφίας στο πλαίσιο του αφιερώματος Mediterranée à la carte. Jean-Luc Moulène, Άρις Γεωργίου, Alain Ceccaroli

Η ΕΚΘΕΣΗ

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών διοργανώσε, στο πλαίσιο του Mediterranée à la carte, τρεις παράλληλες εκθέσεις.

ΕΙΚΟΝΕΣ

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

  • Jean-Luc Moulène | Le Louvre

    Η φωτογραφία συχνά παραμένει στην απλή απεικόνιση της εικόνας πάνω σε μια επιφάνεια. Όμως, όταν το θέμα επιλογής και η οπτική γωνία απεικόνισης γίνεται με αισθητικό κριτήριο, τότε η φωτογραφία μπορεί, αν δεν γίνει αυτή καθ’εαυτή τέχνη, να ενσωματωθεί με το έργο τέχνης και να ενισχύσει την απορρέουσα απ’ αυτό συγκίνηση. Αυτό συμβαίνει με τον Jean-Luc Moulène. Ανάμεσα σε πολυάριθμα εκθέματα του Μουσείου του Λούβρου είχε την ευχέρεια να επιλέξει αντικείμενα από διάφορες πολιτισμικές συλλογές για να τα φωτογραφήσει έξω από τις προθήκες με τη δική του αισθητική προσέγγιση, «αποκαλύπτοντας» λανθάνουσες συνάφειες που συνδέουν διαφορετικά, εκ πρώτης όψεως, έργα. Ο φακός του προσηλώθηκε σε 24 μικρά γλυπτά θεϊκών, δαιμονικών και ανθρώπινων μορφών του αρχαίου κόσμου, από ποικίλα υλικά και τεχνικές κατασκευής, τα οποία συνενώνει η γοητεία στην αφαίρεση του περιττού, η λακωνικότητα στην αρμονική κίνηση και, κυρίως, η μετωπικότητα. Το ‘φως’ ζωντανεύει τις μορφές στα μάτια, ενώ το υπεράνω τόπου και χρόνου «βλέμμα» τους τα κάνει να «συνυπάρχουν» από τη μια ως την άλλη άκρη της Μεσογείου, τον χώρο προέλευσής τους. Οι φωτογραφίες του αποτυπώνουν αιχμηρότητα και ένταση που εξαίρουν την αισθητική αρτιότητα και τη διαλεκτική δύναμη των έργων. Συνάμα, κατευθύνουν το «βλέμμα» του θεατή προς τον χρόνο ως «ιστορία», καθώς γεννούν σκέψεις ή προβληματισμούς για πίστεις και δοξασίες. Μας ωθεί λοιπόν ο καλλιτέχνης να περιπλανηθούμε σε χώρους και εποχές που απέχουν χιλιάδες χρόνια μεταξύ τους, να ανακαλύψουμε «αθέατες» ομοιότητες μέσα από τη διαφορετικότητα των έργων, να διαπιστώσουμε ότι ένα μικροσκοπικό αντικείμενο μπορεί να είναι εξίσου μεγάλο όσο και μια μνημειακή δημιουργία. Μας κάνει να αισθανθούμε ότι αυτό που τοποθετεί τον άνθρωπο ως δημιουργό και ως κοινωνό της τέχνης δεν είναι η εποχή στην οποία ζει αλλά κάτι βαθιά εσωτερικό και οπωσδήποτε διαχρονικό. Ίσως μάλιστα αποσκοπεί, η προσωπική του, επιλεκτική «μυθολογία» να λειτουργήσει ως άνοιγμα στο λαβύρινθο της ανθρώπινης φύσης με τρόπο αναλυτικό, άρα συνθετικό, μεταφορικό, ιστορικό. Να προκαλέσει δηλαδή στον επισκέπτη και αναγνώστη του ένθετου «καταλόγου» στο «Βήμα» την ανάγκη να σκάψει ‘ένδον’ για να πλησιάσει, μέσα από ‘οπτικές’ και νοητικές παλινδρομήσεις, τη διαχρονικότητα του κόσμου και της τέχνης του. Η προσέγγιση του φωτογράφου μάς κάνει τελικά να αναρωτηθούμε μήπως τα μουσεία θα έπρεπε να προσθέσουν τμήματα στα οποία ο φωτογραφικός φακός θα βοηθούσε τον επισκέπτη όχι μόνο να δεί αλλά να παρατηρήσει και να διαλογισθεί.

  • Άρις Γεωργίου, Μονπελιέ: πέντε λεπτά στάση

    Άρις, υποκινούμενος από μια κρυφή επιθυμία και ασφαλώς για να αποφύγει μια πορεία που είχαν χαράξει οι γονείς του, αποφάσισε το 1971, να φύγει από τη γενέτειρά του τη Θεσσαλονίκη και να πάει για σπουδές στη Γαλλία στη νότια Γαλλία, προκειμένου να διατηρήσει το μεσογειακό δεσμό με τη χώρα του. Για το ταξίδι αυτό, χρησιμοποίησε ένα μεταφορικό μέσο που ανταποκρινόταν στις οικονομικές του δυνατότητες: το τρένο. Τρένο μιας εποχής όχι και τόσο μακρινής, όπου λευκοί ατμοί και μαύροι καπνοί αποτύπωσαν στο βίωμά του τις αποχρώσεις εικόνων που παρήλαυναν κατά τον περίπλου, κατά τον οποίο η σπαρτιάτικη άνεση της οικονομικής θέσης βελτιωνόταν καθώς διέσχιζαν τις διάφορες χώρες: Γιουγκοσλαβία, Ιταλία. Κάπως έτσι, με όλες τις αισθήσεις σε επιφυλακή από τη δίψα για ανακαλύψεις (η Ελλάδα βρισκόταν υπό το καθεστώς των συνταγματαρχών), ο Άρις προσεγγίζει τις ακτές της Γαλλίας, όχι μέσω μιας λιμενικής αποβάθρας, αλλά από το σταθμό του Μονπελιέ εκεί όπου η επιτροπή υποδοχής μιας μεσογειακής βροχής τον καλωσορίζει, σαν για να τον απαλλάξει από τα ίχνη του ταξιδιού και να τον προετοιμάσει μέσα από αυτό το βάπτισμα, να γίνει ένας από εμάς… Ο Άρις δεν σκόπευε να καταπιαστεί με εικόνες, η επαφή με το Μονπελιέ πυροδότησε μέσα του μια ακατανίκητη επιθυμία να ανακαλύψει το χώρο της πόλης, να χαράξει μια ιστορία στη νέα του ζωή, να δώσει το στίγμα του. Θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα ημερολόγιο και, γραπτά, να αραδιάσει τις εντυπώσεις και τις ανακαλύψεις του… αλλά η κατεύθυνσή του ως φοιτητή της Αρχιτεκτονικής τον στρέφει σε ένα από τα σημαντικότερα μέσα έκφρασης: την Εικόνα. Είναι μέσα από τη λήψη των πρώτων του φωτογραφιών που καταγράφει τη διαδρομή του και εδραιώνει την άποψή του, άποψη της νέας βιωματικής του κατάστασης. Σήμερα, αντικρίζοντας αυτό το σύνολο φωτογραφιών, αντιλαμβανόμαστε το ενδιαφέρον του για τη σχέση με το χώρο, τους όγκους, το πλαίσιο της ζωής, τα αστικά και ανθρώπινα στοιχεία, ενδιαφέρον που συνοδεύεται από προσήλωση στις λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την πόλη. Η προσωπική του ιστορία με την πόλη του Μονπελιέ έγινε στις μέρες μας σημείο αναφοράς. Μέσα από την οπτική του έκφραση, δημιουργεί και προσφέρει ένα ημερολόγιο καταστρώματος και ταυτόχρονα ένα κομμάτι της ιστορίας του Μονπελιέ, έτσι όπως αραδιάζεται πάνω στα άλατα αργύρου της φωτογραφίας.

  • Alain Ceccaroli, Μορφές του συνηθισμένου – Αθήνα, Θεσσαλονίκη

    Ο Alain Ceccaroli δεν είναι φωτογράφος. Ιδού μια διαβεβαίωση χρήσιμη μέσα στη σύγχυση των ρόλων που συντελείται όταν δοκιμάζονται τα καλλιτεχνικά γνωστικά αντικείμενα. Ας τα ξεδιαλύνουμε, ο φωτογράφος θεωρεί εαυτόν ζωγράφο, ο ζωγράφος, πάντα κατατρεγμένος, θεωρεί εαυτόν γλύπτη προκειμένου να καταφέρει επιτέλους να αντιπαλέψει. Ο γλύπτης, καθώς τρώγοντας έρχεται η όρεξη, θεωρεί τον εαυτό του αρχιτέκτονα. Ο αρχιτέκτονας, επηρεασμένος από διπλή σχιζοφρένεια, θεωρεί ότι είναι είτε καλλιτέχνης εν γένει σε ένα απίθανο γνωστικό αντικείμενο προς επινόηση, είτε πολιτικός σε μόνιμη προεκλογική εκστρατεία. Και εάν ο ντιζάινερ είναι ο βασιλιάς Βαλτάσαρ της φάτνης, τότε ο ποιητής είναι ο φωτογράφος της αποκάλυψης. Εν πάση περιπτώσει. Εάν ο Ceccaroli θεωρεί ότι είναι ζωγράφος, τότε πρόκειται για τον Nicolas Poussin, αφού δεν μπορεί να κλείσει το στόμα του, βρίσκεται μέσα στην αναταραχή, δεν ξέρει να μένει ουδέτερος, δεν ξέρει να το βουλώνει. Δεν πρέπει να του δίνει κανείς φωτογραφική μηχανή, τη χρησιμοποιεί σαν όπλο μεγάλου διαμετρήματος, ταχείας βολής. Η φωτογραφία του Ceccaroli δεν είναι αρνητική, είναι κριτική, δεν είναι μινιμαλιστική, είναι μαξιμαλιστική. Δεν είναι ανορεκτικός, απεχθάνεται εμφανώς το εγκώμιο του κοινότοπου που δεν μπορεί παρά να είναι κοινότοπο, το εγκώμιο του συνηθισμένου που δεν μπορεί παρά να είναι συνηθισμένο. Από το λιμάνι του Πειραιά προς το καινούργιο αεροδρόμιο της Αθήνας, ή από το κέντρο της Θεσσαλονίκης προς το αεροδρόμιό της, ο φωτογράφος γίνεται επιθεωρητής πολεοδόμος, ερευνητής μιας εδαφικής κατάστασης. Προφανώς στην Ελλάδα, όπως και στη Γαλλία, η καταγραφή της ασχήμιας απαιτεί ενέργεια. Η παγκοσμιοποίηση και η εμπορευματοποίηση του κόσμου έφθειραν τα τοπία μας. Το βλέμμα του φωτογράφου δεν συνιστά καταγραφή, είναι μια εξέταση των υφιστάμενων παθολογιών όπως η φωτογραφία εκείνη όπου βρίσκονται ταυτοχρόνως ορατά και με το ίδιο μέγεθος το μουσείο Μπενάκη και το παρακείμενο νυχτερινό μαγαζί. Η εξίσωση των δύο αυτών τόπων σηματοδοτεί μια κατάσταση μορφολογικής αλλοφροσύνης που αφορά κάθε πολιτεία υποκείμενη στη δικτατορία του ντιζάιν ως ανθρωπολογική άποψη. Τα πάντα είναι πιθανά και στον καλύτερο κόσμο του παγκόσμιου χωριού. Η εξωτική περιπέτεια της φωτογραφίας ξεστρατίζει, η αρχιτεκτονική φωτογραφία προσεγγίζει την πολεμική φωτογραφία. Ο εξοστρακισμός της ομορφιάς καθώς και η ευρωπαϊκή εξάντληση υποχρεώνουν το φωτογράφο να σταθεί με ευθύνη. Το σύνορο της φωτογραφίας δεν είναι η φωτογραφία αλλά η πολιτική ανεπάρκεια, όπως και σε πλείστους πολιτιστικούς τομείς. Το πρόβλημα είναι ότι ο δημιουργός κατάγεται από τη Μεσόγειο και δεν ανέχεται πλέον τα αίσχη που συντελούνται στις πολιτείες του νότου, τις οποίες διασχίζει χρόνια τώρα. Η δουλειά εκφράζει, με παντελή έλλειψη κυνισμού, την άρνηση για υπαναχώρηση και αποστασιοποίηση καθώς ο Ceccaroli αγαπά πολύ την Ελλάδα, και εκεί έγκειται αυτή η συγκινητική παρεξήγηση στο έργο του ζωγράφου αυτού που πιστεύει ότι είναι φωτογράφος.

ΧΟΡΗΓΟΙ

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
IFA

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ
Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης
Ελληνικό Κέντρο Φωτογραφίας

Carrefour
Selector Group
MEGA
ΤΟ ΒΗΜΑ