Ομηρικός Άδης

Στον Όμηρο είναι πολλά τα στοιχεία που αφορούν στον Κάτω Κόσμο, στους άρχοντες και τους κατοίκους του. Εκτός, όμως, από τα ομηρικά έπη πολλά στοιχεία για τον Κάτω Κόσμο αντλούμε και από έπη και ποιήματα που δεν σώθηκαν ολοκληρωμένα, όπως την Αιθιοπίδα, την Μινυάδα, τις Νέκυιες κ.ά., ενώ οι λεγόμενοι ομηρικοί ύμνοι, ύμνοι για καθέναν από τους θεούς ξεχωριστά επίσης προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία.

Σύμφωνα με το έπος, ο Άδης είναι το βασίλειο του ομώνυμου θεού, αδελφού του Δία και του Ποσειδώνα και της φοβερής γυναίκας του, της Περσεφόνης, κόρης της Δήμητρας και του Δία. Ο Άδης στο έπος αναφέρεται ως ᾿Αίδης δηλαδή αόρατος εξαιτίας του μαγικού σκούφου που είχε πάρει από τους Κύκλωπες την ῎Αιδος κυνέην, ή και Ζεύς καταχθόνιος. Κατ’ ευφημισμόν ο Άδης ονομάζεται και Πλούτων γιατί προσφέρει πλούτο που φυτρώνει από τη γη. Οι τρεις αδελφοί, ο Ζευς, ο Ποσειδώνας και ο Άδης τράβηξαν λαχνούς για να μοιράσουν τις σφαίρες επιρροής τους, τα βασίλεια του ουρανού και της γης, της θάλασσας και του υγρού στοιχείου και το βασίλειο των νεκρών· του Άδη ο λαχνός έπεσε στον Κάτω Κόσμο. Όταν αποφάσισε να αποκτήσει σύντροφο ζήτησε από τον Δία την Περσεφόνη που άρπαξε τελικά άθελά της. Η βίαιη αντίδραση της Δήμητρας στην αρπαγή ήταν τέτοια που τελικά αποφασίστηκε η Περσεφόνη να μοιράζει τον χρόνο της στον κάτω και στον επάνω κόσμο. Η απαγωγή της Περσεφόνης έχει απεικονιστεί πολλές φορές στην αρχαία τέχνη. Μία από τις πιο επιβλητικές απεικονίσεις είναι αναμφίβολα η τοιχογραφία του λεγόμενου «τάφου της Περσεφόνης» στην Βεργίνα που φαίνεται να εικονογραφεί πολύ πειστικά τη στιγμή της απαγωγής όπως περιγράφεται στον ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα.

Το βασίλειο του Κάτω Κόσμου βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της γης εκεί όπου δεν εισχωρούσαν οι ακτίνες του ήλιου, ένα σκοτεινό, μουχλιασμένο βασίλειο των ψυχών. Ο Όμηρος περιγράφει τους νεκρούς ως σκιές που έχουν το περίγραμμα των σωμάτων τους αλλά χωρίς υλική υπόσταση και κυρίως χωρίς μνήμη. Ο μόνος τρόπος για να θυμηθούν οι σκιές αυτές τη ζωή τους στο επάνω κόσμο ήταν να πιούν αίμα, όπως περιγράφεται στη ραψωδία λ της Οδύσσειας.
Από τους λίγους ολύμπιους θεούς που μπορούσε ανενόχλητος να μπει στον Άδη ήταν ο Ερμής καθώς είχε την ιδιότητα του ψυχοπομπού, δηλαδή του οδηγού των ψυχών. Η Εκάτη, που βοήθησε τη Δήμητρα στην αναζήτηση της Κόρης και στη συνέχεια έγινε αχώριστη συντρόφισσα της Περσεφόνης, ήταν επίσης θεότητα που συνδεόταν με τον Κάτω Κόσμο και συχνά απεικονίζεται κρατώντας δαυλούς. Άλλες δαιμονικές μορφές που έχουν τη θέση τους εδώ ήταν ο Ύπνος και ο Θάνατος και φυσικά ο Χάρων, ο βαρκάρης που περνούσε τους νεκρούς από τη μία όχθη του Αχέροντα στην άλλη.

Σύμφωνα με τον μύθο ωστόσο, την κατάβαση στον Άδη ζωντανοί κατόρθωσαν και ορισμένοι θνητοί· ο Ηρακλής, με αποστολή του να κλέψει και να οδηγήσει στο επάνω κόσμο τον Κέρβερο το τρικέφαλο σκυλί που φυλούσε τις πύλες του Άδη, ο Οδυσσέας, για να μάθει τον δρόμο για την Ιθάκη από τον Τειρεσία, ο Ορφέας, για να φέρει πίσω την γυναίκα του Ευρυδίκη και ο Πειρίθους με τον Θησέα για να αρπάξουν την Περσεφόνη.

Η είσοδος στον Κάτω Κόσμο ήταν απαγορευμένη για τους άταφους νεκρούς που τριγύριζαν έξω από τις πύλες του αγαλήνευτοι, παγιδευμένοι ανάμεσα στους δύο κόσμους:

«πρώτη δὲ ψυχὴ Ἐλπήνορος ἦλθεν ἑταίρου:
οὐ γάρ πω ἐτέθαπτο ὑπὸ χθονὸς εὐρυοδείης:
σῶμα γὰρ ἐν Κίρκης μεγάρῳ κατελείπομεν ἡμεῖς
ἄκλαυτον καὶ ἄθαπτον, ἐπεὶ πόνος ἄλλος ἔπειγε·
……………
σῆμά τέ μοι χεῦαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης,
ἀνδρὸς δυστήνοιο καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι.
ταῦτά τέ μοι τελέσαι πῆξαί τ᾿ ἐπὶ τύμβῳ ἐρετμόν,
τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον ἐὼν μετ᾿ ἐμοῖς ἑτάροισιν.’

Πρώτη έφτασε η ψυχή του συντρόφου Ελπήνορα,
ακόμα δεν ήταν κάτω απ᾿ την πλατύδρουτη τη γη θαμμένος
το είχαμε αφήσει το κουφάρι του στης Κίρκης το παλάτι
άκλαφτο κι άθαφτο —μας έσφιγγαν μεγάλες έγνοιες άλλες!
………….
κι εκεί, στο ακρόγιαλο της θάλασσας, τάφο φτιάξτε
του δύστυχου, που κι οι μελλούμενες γενιές να με θυμούνται.
Κι ως τούτα πια τελέψεις, κάρφωσε κι ένα κουπί στο μνήμα,
αυτό που ζώντας είχα κι έλαμνα μαζί με τους συντρόφους.”

Οδύσσειας λ 51-78

Ανάμεσα στις εκατοντάδες ψυχές, στον Άδη βρίσκονται και οι μυθολογικές μορφές των μεγάλων αμαρτωλών: ο Τάνταλος που ήταν καταδικασμένος σε ατέρμονη δίψα και πείνα γιατί είχε προσπαθήσει να ξεγελάσει τους θεούς προσφέροντάς τους να φάνε τον γιο του Πέλοπα, ο Τιτυός που υπέμενε την επίθεση δύο γυπών που του έτρωγαν κάθε μέρα το συκώτι γιατί προσπάθησε να βιάσει την Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδας, ο Ιξίων που ήταν δεμένος σε έναν τροχό γιατί πόθησε την Ήρα και ο Σίσυφος, που καταδικάστηκε να σπρώχνει στην αιωνιότητα μία τεράστια πέτρα σε έναν ψηλό λόφο, εξαιτίας της βίαιης φύσης του και της προσπάθειάς του να ξεγελάσει τον Θάνατο.

καὶ μὴν Σίσυφον εἰσεῖδον κρατέρ᾿ ἄλγε᾿ ἔχοντα
λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν.
ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε
λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον: ἀλλ᾿ ὅτε μέλλοι
ἄκρον ὑπερβαλέειν, τότ᾿ ἀποστρέψασκε κραταιίς:
αὖτις ἔπειτα πέδονδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής.
αὐτὰρ ὅ γ᾿ ἂψ ὤσασκε τιταινόμενος, κατὰ δ᾿ ἱδρὼς
ἔρρεεν ἐκ μελέων, κονίη δ᾿ ἐκ κρατὸς ὀρώρει.

Ακόμα αντίκρισα το Σίσυφο βαριά να τυραννιέται,
γιγάντιο ως με τα χέρια πάλευε να συγκρατήσει βράχο.
γερά στηρίζονταν με χέρια και με πόδια
και στο βουνό το βράχο έσπρωχνε, μα την κορφή του ως ήταν
να ξεπεράσει, το βάρος του τον ετραβούσε πίσω,
και πάλι ο βράχος ο ξεδιάντροπος κατρακυλούσε ως κάτω.
Κι τότε αυτός και πάλι έσπρωχνε, κι απ᾿ όλο το κορμί του
ο ίδρωτας έτρεχε, και τύλιγε την κεφαλή του η σκόνη.

Οδύσσειας λ 593-600