ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Τα πρωιμότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην Κύπρο χρονολογούνται στη 10η χιλιετία π.Χ. και προέρχονται από μη-μόνιμες εγκαταστάσεις τροφοσυλλεκτικών ομάδων σε σπήλαια.

Οι πρώτοι μόνιμοι νεολιθικοί οικισμοί εμφανίζονται κατά τα τέλη της 8ης χιλιετίας και ανήκουν σε μικρές κοινότητες γεωργών και κτηνοτρόφων. Η μακρότατη Νεολιθική περίοδος θα διαρκέσει έως τις αρχές της 4ης χιλιετίας. Τότε μια σειρά από τεχνολογικές εξελίξεις στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής –κυρίως η εμφάνιση της μεταλλουργίας– θα προκαλέσουν σημαντικές πολιτισμικές και κοινωνικές αλλαγές, που θα επηρεάσουν ολόκληρη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου.

Ιστορία της Κύπρου

Χαλκολιθική περίοδος (3900-2500 π.Χ.)

Η Χαλκολιθική περίοδος αντιπροσωπεύει ένα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στη Νεολιθική και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση στην Κύπρο των πρώτων αντικειμένων από μέταλλο, κυρίως μικρών εργαλείων από σφυρήλατο χαλκό. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν η κατεργασία του χαλκού ήταν ντόπια επινόηση ή εισήχθη από την Ανατολή. Ενδείξεις συστηματικής εξόρυξης χαλκού δεν υπάρχουν την περίοδο αυτή στην Κύπρο. Ωστόσο, οι μαρτυρίες για θαλάσσιες επαφές περιορίζονται στην παρουσία λίγου οψιανού από τη Μικρά Ασία. Η οικονομία παραμένει αγροτική, αν και όσο προχωρεί η περίοδος παρατηρούνται στοιχεία που πιθανόν υποδηλώνουν σύνθετες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπως η χρήση σφραγίδων, η κατασκευή ειδικών χώρων λατρείας και η ποικιλία στον τρόπο ταφής των νεκρών.


Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.)

Η μετάβαση από τη Χαλκολιθική στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού χαρακτηρίζεται από ριζικές αλλαγές, που οφείλονται είτε σε μετακινήσεις πληθυσμών από τις ακτές της Μικράς Ασίας είτε σε εσωτερικές διαδικασίες. Παλιές θέσεις κατοίκησης εγκαταλείπονται και νέες ιδρύονται κοντά σε υδάτινες πηγές και καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Ταυτόχρονα αρχίζει η συστηματική εκμετάλλευση των πλούσιων χαλκοφόρων κοιτασμάτων του νησιού, με τεχνικές εξόρυξης, εκκαμίνευσης και κατεργασίας που πιθανώς εισήχθησαν από περιοχές με εξελιγμένη μεταλλουργία στην Εγγύς Ανατολή. Μέχρι το τέλος της περιόδου οι Κύπριοι μεταλλουργοί αναπτύσσουν τη δική τους παράδοση με συγκεκριμένους τύπους όπλων και εργαλείων. Ωστόσο, οι εμπορικές επαφές εξακολουθούν να είναι περιορισμένες και η μορφή της οικονομίας παραμένει αγροτική.


Μέση Εποχή του Χαλκού (1900-1650 π.Χ.)

Είναι η περίοδος κατά την οποία η Κύπρος κατακτά πολυπλοκότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και εντάσσεται δυναμικά σε ένα διεθνές δίκτυο ανταλλαγών. Οι έντονες διαφορές πλούτου που παρατηρούνται πια στις ταφές υποδηλώνουν την ύπαρξη αυστηρότερων διαχωρισμών σε κοινωνικό επίπεδο. Πολλές θέσεις οχυρώνονται μάλλον ως αποτέλεσμα εσωτερικών αντιπαλοτήτων παρά λόγω εξωτερικών απειλών. Η θρησκεία αποκτά πιο σύνθετες μορφές έκφρασης, με συγκεκριμένους λατρευτικούς χώρους και εξεζητημένο τελετουργικό εξοπλισμό. Ταυτόχρονα η παρουσία μόνιμων μεταλλουργικών εγκαταστάσεων επιβεβαιώνει την αυξανόμενη σημασία του χαλκού για το νησί, ενώ υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για διεξαγωγή εμπορίου με τη συρο-παλαιστινιακή ακτή καθώς και με τη μινωική Κρήτη.


Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.)

Η Κύπρος εξελίσσεται σε μείζον κέντρο παραγωγής και διακίνησης χαλκού για ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Οικισμοί με αστική οργάνωση αναπτύσσονται κοντά σε λιμάνια από όπου φεύγουν τα χάλκινα τάλαντα (τμήματα ακατέργαστου χαλκού) και τα κατεργασμένα μετάλλινα αντικείμενα για το Αιγαίο, τη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο, για να ανταλλαγούν με διάφορα προϊόντα και είδη πολυτελείας. Στις μεγαλύτερες πόλεις κατασκευάζονται κτίρια διοικητικής χρήσης, ενώ υιοθετείται και ένα σύστημα γραφής από την Κρήτη (Κυπρομινωική γραφή), που βοηθά τους Κύπριους να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες ανάγκες καταγραφής και αρχειοθέτησης. Οι τέχνες ανθούν και ο πλούτος που εισρέει στο νησί συμβάλλει στην ανάπτυξη κοινωνικών ανισοτήτων. Στα τέλη του 13ου αι. π.Χ., το κύμα αναταραχών που σαρώνει την ανατολική Μεσόγειο, και που συνήθως αποδίδεται στους λεγόμενους «Λαούς της Θάλασσας», επηρεάζει και την Κύπρο. Πολλές πόλεις καταστρέφονται και κύματα προσφύγων καταφθάνουν από το Αιγαίο. Παρ’ όλα αυτά, το νησί σύντομα ξεπερνά τις δραματικές συνέπειες και ανακτά το ρόλο του ως σημαντικού εμπορικού κέντρου.

Κυπρο-Γεωμετρική περίοδος (1050-750 π.Χ.)

Οι αναταραχές που έπληξαν την ανατολική Μεσόγειο στα τέλη του 13ου / αρχές 12ου αι. π.Χ. επηρέασαν και την Κύπρο. Νέοι οικισμοί ιδρύθηκαν και σταδιακά η πολιτική οργάνωση άλλαξε μορφή με την εμφάνιση δέκα ανεξάρτητων βασιλείων. Η στρατηγική θέση του νησιού και η αυτάρκειά του σε πρώτες ύλες (μέταλλα, ξυλεία) συνέβαλαν ώστε η Κύπρος να ανακτήσει γρήγορα το ρόλο της ως σημαντικού κέντρου του μεσογειακού εμπορίου και να αναπτύξει εκ νέου στενές σχέσεις με την συρο-παλαιστινιακή ακτή, την Αίγυπτο και την Κρήτη. Η ίδρυση φοινικικής αποικίας στο Κίτιο τον 9ο αι. π.Χ. έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στις εμπορικές δραστηριότητες και εισήγαγε στο νησί νέα πολιτισμικά στοιχεία, όπως η φοινικική γλώσσα και η λατρεία της Αστάρτης (που αργότερα θα αφομοιωθεί με αυτήν της Αφροδίτης). Η τέχνη της περιόδου, αν και δέχεται επιρροές από την Ανατολή και το Αιγαίο, διακρίνεται για το τοπικό της ιδίωμα, ενώ ήδη από τον 11ο αι. π.Χ. αναπτύσσεται ένα νέο συλλαβικό σύστημα γραφής (Κυπριακό συλλαβάριο), το οποίο θα χρησιμοποιηθεί αδιάλειπτα μέχρι τον 3ο αι. π.Χ. για την καταγραφή της αρχαίας κυπριακής και της ελληνικής γλώσσας.


Κυπρο-Αρχαϊκή περίοδος (750-480 π.Χ.)

Η Αρχαϊκή περίοδος είναι μια φάση έντονων πολιτικών και πολιτισμικών ζυμώσεων για την Κύπρο. Το 709 π.Χ., τα βασίλεια του νησιού υποτάσσονται στους Ασσύριους, και παραμένουν υπό την εξουσία τους έως το 669 π.Χ. Τότε ξεκινά μια από τις σπάνιες περιόδους ανεξαρτησίας της Κύπρου, η οποία διαρκεί έως το 560 π.Χ., οπότε τα κυπριακά βασίλεια υποχρεώνονται σε φόρο υποτέλειας στην Αίγυπτο. Η αιγυπτιακή κυριαρχία διαρκεί λίγο, καθώς το 526/5 π.Χ. το νησί καταλαμβάνεται από τους Πέρσες. Το 499 π.Χ., τα περισσότερα κυπριακά βασίλεια συμμαχούν με τους Έλληνες της Ιωνίας στην εξέγερση εναντίον των Περσών, η οποία όμως καταπνίγεται βίαια. Οι συνεχείς εισβολές και εναλλαγές εξουσίας δεν φαίνεται να επηρέασαν αρνητικά την Κύπρο, η οποία συνέχισε να ακμάζει ως κέντρο εμπορίου. Η εξέγερση του 499 π.Χ., όμως, θα φέρει την Κύπρο σε στενότερη επαφή με τον ελληνικό κόσμο.


Κυπρο-Κλασική Περίοδος (480-325 π.Χ.)

Η Κυπρο-Κλασική περίοδος σημαδεύτηκε από τους άκαρπους αγώνες των Κυπρίων εναντίον των Περσών –συχνά με ελληνική παρότρυνση– οι οποίοι συνεχίστηκαν έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι πολιτικοί και πολιτισμικοί δεσμοί που αναπτύχθηκαν με το Αιγαίο την περίοδο αυτή ενίσχυσαν την ελληνική ταυτότητα των Κυπρίων και έστρεψαν τις τέχνες, και ιδιαίτερα τη γλυπτική, προς ελληνικά πρότυπα. Πολλές ανατολικές θεότητες ταυτίστηκαν με ελληνικές (η Αστάρτη με την Αφροδίτη, η Ανάτ με την Αθηνά, ο Μελκάρτ με τον Ηρακλή, ο Ρεσέφ με τον Απόλλωνα και ο Βάαλ με τον Δία) και το ελληνικό αλφάβητο άρχισε να χρησιμοποιείται από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. παράλληλα με την ήδη υπάρχουσα κυπροσυλλαβική γραφή. Ανάλογη τάση «εξελληνισμού» παρατηρείται και σε άλλους τομείς, όπως στη νομισματική και την κοσμηματοτεχνία, καθώς επίσης στην ενδυμασία και σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης.


Ελληνιστική περίοδος (325-30 π.Χ.)

Η κατάλυση του περσικού κράτους από τον Μέγα Αλέξανδρο χάρισε μια σύντομη περίοδο ανεξαρτησίας στην Κύπρο, σύντομα όμως το νησί ενσωματώθηκε στο πτολεμαϊκό βασίλειο της Αιγύπτου (294 π.Χ.). Το γεγονός αυτό σήμανε το τέλος των παλαιών τοπικών βασιλείων και τη δημιουργία μιας πιο συγκεντρωτικής εξουσίας, η οποία ασκείτο από έναν εκπρόσωπο των Πτολεμαίων, τον στρατηγό, με έδρα τη Σαλαμίνα και αργότερα τη Νέα Πάφο. Η σημασία της Κύπρου για τους Πτολεμαίους ήταν τεράστια, λόγω της στρατηγικής της θέσης, του πλούσιου σε χαλκό υπεδάφους, και της άφθονης ξυλείας, που ήταν απαραίτητη για την κατασκευή πλοίων. Η τέχνη προσανατολίστηκε στις κοσμοπολίτικες τάσεις της περιόδου (την ελληνιστική κοινή), αντανακλώντας επιδράσεις τόσο από την Αίγυπτο όσο και την ηπειρωτική Ελλάδα. Το ελληνικό αλφάβητο επικράτησε, ενώ στη θρησκεία υιοθετήθηκαν και πολλά αιγυπτιακά στοιχεία, όπως για παράδειγμα η λατρεία βασιλέων και ηγεμόνων.


Ρωμαϊκή περίοδος (30 π.Χ. - 395 μ.Χ.)

Η στρατηγική θέση της Κύπρου σε σχέση με την Αίγυπτο αποτέλεσε σημείο έντονων διενέξεων μεταξύ Πτολεμαίων και Ρωμαίων στο β΄ μισό του 1ου αι. π.Χ., προκαλώντας πολιτική αστάθεια στο νησί. Με την οριστική επικράτηση της Ρώμης, η Κύπρος εντάχθηκε στην ρωμαϊκή επικράτεια (30 π.Χ.) και έγινε ανεξάρτητη συγκλητική επαρχία (22 π.Χ.), με πρωτεύουσα την Πάφο. Οι Ρωμαίοι ενδιαφέρονταν για τον πλούτο του νησιού και επέβαλαν βαριά φορολογία, ταυτόχρονα όμως πραγματοποίησαν σημαντικά έργα υποδομής και λάμπρυναν τις πόλεις με δημόσια κτίρια και σπουδαία έργα τέχνης, ιδιαίτερα επί Τραϊανού και Αδριανού. Η γλώσσα και ο πολιτισμός της Κύπρου παρέμειναν ελληνικά, συνεχίζοντας την ελληνιστική παράδοση, ενώ το 45 μ.Χ. οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας εισήγαγαν στο νησί τη χριστιανική θρησκεία. Η αντίσταση της μεγάλης εβραϊκής κοινότητας της Κύπρου στη νέα θρησκεία πήρε διαστάσεις κατά τη διάρκεια της εβραϊκής εξέγερσης του 115-117 μ.Χ. κατά των Ρωμαίων, η οποία οδήγησε στην οριστική εκδίωξη των Εβραίων της Κύπρου από τον Τραϊανό. Οι χριστιανικές κοινότητες του νησιού συνέχισαν να αναπτύσσονται, και στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.) η Κύπρος εκπροσωπήθηκε από τρεις επισκόπους. Μετά την διάσπαση του Ρωμαϊκού κράτους (395 μ.Χ.), η ιστορία της Κύπρου συνδέθηκε άρρηκτα με αυτήν της βυζαντινής αυτοκρατορίας.