ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ιστορία

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης είναι αφιερωμένο στη μελέτη και προβολή των αρχαίων πολιτισμών του Αιγαίου και της Κύπρου, με ιδιαίτερη έμφαση στην Κυκλαδική τέχνη της 3ης π.Χ. χιλιετίας.

Ιδρύθηκε το 1986, αρχικά για να στεγάσει την ιδιωτική συλλογή του Νικολάου και της Ντόλλης Γουλανδρή και σταδιακά επεκτάθηκε για να φιλοξενήσει και άλλες σημαντικές συλλογές-δωρεές.

Σήμερα, στις αίθουσες του μουσείου, παρουσιάζονται τρεις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες: Κυκλαδική Τέχνη (3200 - 2000 π.Χ.), Αρχαία Ελληνική Τέχνη (2000 π.Χ. - 395 μ.Χ.) και Αρχαία Κυπριακή Τέχνη (3900 π.Χ. - 6ος αιώνας μ.Χ.).

Η Συλλογή Ν.Π. Γουλανδρή

Η συγκρότηση της Συλλογής Ν.Π. Γουλανδρή άρχισε, με άδεια των αρμόδιων κρατικών αρχών, από τον Νίκο και την Ντόλλη Γουλανδρή τη δεκαετία του 1960. Η συλλογή απέκτησε διεθνή φήμη και αναγνώριση κυρίως λόγω των σπάνιων κυκλαδικών ευρημάτων (ειδωλίων και μαρμάρινων αγγείων) που περιλάμβανε, και τα οποία δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1968 σε επιστημονικό κατάλογο από τον Καθηγητή Χρίστο Ντούμα.

Εκτός από τις Κυκλαδικές αρχαιότητες, η Ντόλλη κι ο Νίκος συμπλήρωσαν τη συλλογή τους με σημαντικό αριθμό έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, μεταξύ των οποίων αγγεία, γλυπτά, χάλκινα αντικείμενα, γυάλινα σκεύη, νομίσματα και πήλινα ειδώλια όλων των περιόδων από την 2η χιλιετία π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ.

Η συλλογή εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1978 στο Μουσείο Μπενάκη και από το 1979 μέχρι το 1983 παρουσιάστηκε σε μεγάλα μουσεία και εκθεσιακά κέντρα του εξωτερικού: στην Ουάσιγκτον (National Gallery) το 1979, στο Τόκιο (Μουσείο Δυτικής Τέχνης) και το Κιότο το 1980, στο Χιούστον (Museum of Fine Arts) το 1981, στις Βρυξέλλες (Musées Royaux d’Art et d’Histoire και Palais des Beaux Arts) το 1982, στο Λονδίνο (Βρετανικό Μουσείο) το 1983 και στο Παρίσι (Grand Palais) το 1983. Το 1999, αντιπροσωπευτικά δείγματα της Κυκλαδικής Συλλογής παρουσιάστηκαν στη Μαδρίτη (Museo Nacional – Centro de Arte Reina Sofia της Μαδρίτης), το 2006 στη Ρώμη (Musei Capitolini), το 2008 στο Πεκίνο (Beijing Art Museum, Imperial City) και το 2011 στην Κωνσταντινούπολη (Sakip Sabanci Muzesi).

Η ίδρυση του ΜΚΤ

Τον Ιανούαριο του 1986 έγιναν τα επίσημα εγκαίνια του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, στο οποίο δωρήθηκε από την Ντόλλη Γουλανδρή και εκτέθηκε μόνιμα το σύνολο της Συλλογής Ν.Π. Γουλανδρή. Λίγο νωρίτερα, το 1985 είχε γεννηθεί το Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή με αποστολή "τη μελέτη του πολιτισμού του Αιγαίου, την έρευνα της προϊστορικής, κλασσικής και νεότερης ελληνικής τέχνης, τη διάδοση και την προβολή της".

Η πραγματοποίηση των σκοπών αυτών επιτυγχάνεται με την έκθεση και επέκταση της Συλλογής, την οργάνωση περιοδικών εκθέσεων, τη δημοσίευση μονογραφιών και επιστημονικών καταλόγων, τη χορήγηση υποτροφιών και τη συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα.

Η επέκταση των συλλογών

Η Συλλογή του ΜΚΤ επεκτείνεται διαρκώς κυρίως με δωρεές σημαντικών συλλεκτών και φίλων του ΜΚΤ.

Κατά καιρούς έχουν παραχωρηθεί στο μουσείο ολόκληρες ιδιωτικές συλλογές αντικειμένων κυκλαδικής και αρχαίας ελληνικής τέχνης, οι οποίες έχουν ενταχθεί στους υπάρχοντες εκθεσιακούς χώρους (Συλλογές Καρόλου Πολίτη, Ακαδημίας Αθηνών, Εμπορικής Τράπεζας), ενώ το 2002 το μουσείο απέκτησε μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές κυπριακών αρχαιοτήτων, δωρεά του συλλέκτη Θάνου Ν. Ζιντίλη.

Ντόλλη Γουλανδρή (1921-2008)

Οδοιπορικό στο Κυκλαδικό της Όραμα

Η ιδρύτρια του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Ντόλλη Γουλανδρή, έφυγε ειρηνικά από τη ζωή στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Η καθημερινή, ζωντανή παρουσία της ως επικεφαλής του Μουσείου επί είκοσι και πλέον χρόνια λείπει από όλους μας.

Η Ντόλλη μεγάλωσε με εκτίμηση για την τέχνη και παράλληλο θαυμασμό για την αρχαιότητα. Είχε επίσης το χάρισμα να ξεχωρίζει σχήματα και μορφές.

Από το 1958, η Ντόλλη πέρασε πολλά ευτυχισμένα καλοκαίρια συνοδεύοντας τον σύζυγό της, Νίκο, στις αλιευτικές του περιπέτειες στα ελληνικά νησιά.

Τότε, η Κυκλαδική τέχνη δεν ήταν τόσο γνωστή όσο είναι σήμερα. Όμως υπήρχε, και ένας ευαισθητοποιημένος επισκέπτης, πρόθυμος να αναζητήσει τα λιγότερο γνωστά τοπικά μουσεία που λειτουργούσαν ήδη στα Κυκλαδονήσια, ο οποίος μπορούσε να την εκτιμήσει.Η Ντόλλη ένιωσε αμέσως την αξία των δυναμικών και, συνάμα, απλών μορφών αυτής της τέχνης. Κατανόησε ενστικτωδώς ότι και άλλοι που έρχονταν σε επαφή και εξοικειώνονταν με τις παράξενες αυτές μορφές, θα μοιράζονταν μαζί της την ίδια γοητεία.

Η Ντόλλη έσπευσε να μοιραστεί και με άλλους την ανακάλυψή της. Το 1962 ζήτησε και πήρε άδεια ιδιωτικού συλλογέως από τον τότε Γενικό Διευθυντή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, Ιωάννη Παπαδημητρίου. Η χορήγηση της άδειας υπήρξε καταλυτική για την ευόδωση των προσπαθειών της Ντόλλης και του Νίκου Γουλανδρή, εφόσον τους επέτρεπε να αγοράζουν και να αποκτούν αρχαιότητες στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

H Ντόλλη γρήγορα απέκτησε εμπειρία και κατάφερε να δημιουργήσει μια Κυκλαδική συλλογή που διακρίνεται τόσο για την ποιότητα όσο και για την πληρότητά της. Σε συνεργασία με έμπειρους Έλληνες και ξένους αρχαιολόγους, τα αντικείμενα καταγράφηκαν, συντηρήθηκαν, φωτογραφήθηκαν και μέλετήθηκαν συστηματικά. Το 1968 δημοσιεύτηκε ο πρώτος κατάλογος Κυκλαδικών της συλλογής.

Με τη δωρεά της Συλλογής στο νεοσυσταθέν Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή (1985), η Ντόλλη αφοσιώθηκε στην ολοκλήρωση της κατασκευής και του εξοπλισμού ενός νεότευκτου κτηρίου, προοριζόμενου ως μουσείο, σε προσιτή τοποθεσία στο κέντρο της Αθήνας.

Το νέο μουσείο κατασκευάστηκε με υλικά που απαντούν στις Κυκλάδες, όπως το λευκό μάρμαρο και ο γρανίτης. Η πρόσοψή του επενδύθηκε με μεγάλα γυάλινα παράθυρα που, καθώς αντανακλούν τον γαλάζιο ουρανό, θυμίζουν κάτι από την αίσθηση που κυριαρχεί στο κυκλαδικό τοπίο.

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης εγκαινιάστηκε στις 26 Ιανουαρίου 1986. Ο καλοσχεδιασμένος αρχικός πυρήνας προσέφερε ένα θαυμάσιο κέλυφος για τη μόνιμη στέγαση της Συλλογής. Οι επίμονες προσπάθειες της Ντόλλης στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν καθοριστικές για την σταδιακή επέκταση του Μουσείου. Η προσθήκη πολύτιμων χώρων για την εξυπηρέτηση του αυξανόμενου επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού αλλά και καινούργιες αίθουσες για τη διοργάνωση διαφόρων τύπων περιοδικών εκθέσεων χάρισαν στο Μουσείο τον γνώριμό του χαρακτήρα.

Υπό την καθοδήγηση της Ντόλλης, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης εξελίχθηκε σε ζωντανό οργανισμό που επικεντρώθηκε στην έρευνα του αρχαίου και νεώτερου ελληνικού πολιτισμού, την παρουσίαση αρχαιολογικών και εικαστικών περιοδικών εκθέσεων, την έκδοση μονογραφιών και καταλόγων εκθέσεων, καθώς και τη διοργάνωση διαλέξεων και σεμιναρίων για τους ειδικούς και για το ευρύ κοινό.

Η Ντόλλη έδινε ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση των παιδιών. Πίστευε ότι έπρεπε να δοθούν στους νέους ανθρώπους τα απαραίτητα και ποιοτικά εκείνα εργαλεία που θα γεννούσαν μέσα τους την χαρά της επαφής με την ζωογόνο ενέργεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν είναι λίγοι οι νέοι Αθηναίοι που θυμούνται εκείνες τις πρώτες επισκέψεις τους στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, όταν μάθαιναν να φτιάχνουν πήλινα ομοιώματα των παράξενων ειδωλίων που λίγο πριν και για πρώτη φορά είχαν περιεργαστεί στις αίθουσες του Μουσείου.

Η Ντόλλη Γουλανδρή είχε το χάρισμα και τη ξεχωριστή ικανότητα να αναπτύσσει μακροχρόνιες φιλίες και, κυρίως, δημιουργικές σχέσεις με ταλαντούχους εκπροσώπους της τέχνης ανά τον κόσμο. Την ικανότητα αυτή την διοχέτευσε προς όφελος του Μουσείου, το οποίο ευνοήθηκε με διεθνή αναγνώριση. Πολυδιάστατες στην πραγματοποίηση συνεργασίες με μεγάλα ιδρύματα της υφηλίου κατέληξαν στη διοργάνωση εξαιρετικών εκθέσεων στις οποίες αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης συνυπήρξαν με τα εκθέματα των μόνιμων συλλογών του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.

Η Ντόλλη μας έλεγε ότι αναζητούσε «έναν πολιτισμό χωρίς σύνορα». Αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην επιδίωξη αυτού του ιδανικού, ώστε η Κυκλαδική τέχνη να γίνει πιο προσιτή στο ευρύ κοινό και να αποκτήσει τη διεθνή αναγνώριση που της άξιζε. Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας είχε ευρεία απήχηση και οδήγησε σε σημαντικές διεθνείς διακρίσεις.

Η Ντόλλη ανυπομονούσε να ολοκληρώνει στόχους και έργα, και έτσι φεύγοντας, άφησε τον κόσμο πλουσιότερο. Η εμπειρία ζωής της περιέκλειε βιώματα που σε πολλούς θα θύμιζαν πολλαπλές ζωές.

Κάπου στη διάρκεια της διαδρομής, συνάντησε το πρώτο της Κυκλαδικό ειδώλιο. Και τότε ένιωσε την μοναδική χαρά της προσφοράς, του «μοιράζεσθαι». Στο βάθος, η ζωή της αφιερώθηκε σε αυτόν τον σκοπό: ένα οδοιπορικό συμμετοχής των συνανθρώπων της στο «Κυκλαδικό της Όραμα».

Τιμητικές διακρίσεις
1963: Ισόβιο Μέλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
1978: Παράσημο "Ταξιάρχη του Τάγματος της Ευποιΐας"
1981: Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών
1983: ‘Commandeur de l’ Ordre des Arts et des Lettres’ από την Γαλλική Δημοκρατία
1987: Ειδική διάκριση από την επιτροπή απονομής του Ετήσιου Βραβείο Ευρωπαϊκών Μουσείων
1996: Αναγόρευση σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών
1997: Βραβείο για τον Πολιτισμό από το Κοινωφελές Ίδρυμα Α.Σ. Ωνάση
1999: Παράσημο "Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος"
2000: Παράσημο ‘De Alfonso X El Sabio’ του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Ισπανίας
2003: Βραβείο "Anassilaos - Nostos" Ρηγίου της Καλαβρίας, Ιταλία
2004: Μεγάλη διάκριση ‘Ufficiale dell’ Ordine della Stella della Solidarieta’ της Ιταλικής Δημοκρατίας
2008: Βραβείο "Αθηνά" της Ελληνικής Ομοσπονδίας Σωματείων Φίλων των Μουσείων (ΕΟΣΦΙΜ)