ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Γεωμετρική Τέχνη

Η κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού (τέλη 13ου αι. π.Χ.) οδήγησε σε παρακμή τις κοινωνίες και τις τέχνες του Αιγαίου. Μαζί με τη γραφή, χάθηκαν για πολλούς αιώνες η μνημειακή αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, η σφραγιδογλυφία, η ελεφαντουργία και οι πιο προηγμένες τεχνικές κατεργασίας του μετάλλου και του λίθου. Κάποιες αναλαμπές παρατηρούνται κατά τον 12ο αι. π.Χ., αλλά για τους επόμενους τέσσερις αιώνες (11ος-8ος αι. π.Χ.) η καλλιτεχνική έκφραση θα περιοριστεί στην παραγωγή μικρών ειδωλίων, μετάλλινων αγγείων και μικρής ποσότητας χάλκινων –ή σπανιότερα χρυσών– κοσμημάτων. Μόνο η αγγειοπλαστική δεν επηρεάζεται από τη γενικότερη ύφεση. Αλλά πλέον τα αγγεία διακοσμούνται με απλά γεωμετρικά μοτίβα – γεγονός που ευθύνεται για την ονομασία "γεωμετρική περίοδος".

Η γεωμετρική τέχνη είναι γνωστή κυρίως από ανασκαφές νεκροταφείων και λιγότερο από ιερά και οικισμούς. Η θρησκευτική λατρεία και οι ταφικές τελετές είχαν κεντρική θέση στη ζωή των Ελλήνων της γεωμετρικής περιόδου, και τα περισσότερα τέχνεργα της εποχής είχαν λατρευτική ή ταφική χρήση. Το γεγονός αυτό εξηγεί εν μέρει τον συντηρητισμό που παρατηρείται για πολλούς αιώνες στην εξέλιξη της τέχνης. Η αποστολή του τεχνίτη της γεωμετρικής περιόδου ήταν να αναπαράγει με ακρίβεια τις φόρμες και τα μοτίβα που είχε καθαγιάσει η παράδοση και όχι να πρωτοτυπήσει με νέες τεχνικές ή μεθόδους. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν είναι περίεργο που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η παραστατική απεικόνιση αγνοήθηκε επιδεικτικά μέχρι τα μέσα του 9ου αι. π.Χ.

Όταν τελικά οι εικονιστικές σκηνές κάνουν την εμφάνισή τους γύρω στο 850 π.Χ. –πιθανότατα ως αποτέλεσμα των αυξημένων επαφών με την τέχνη των προηγμένων πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής– οι καλλιτέχνες αποδίδουν τις μορφές με εντελώς σχηματικό τρόπο και έχουν μια αίσθηση προοπτικής που φαντάζει ξένη ή και πρωτόγονη στα μάτια του σύγχρονου θεατή. Ωστόσο, οι απεικονίσεις αυτές αποτελούν τις πρώτες απόπειρες ρεαλιστικής αναπαράστασης στην αρχαία ελληνική τέχνη και θα αποτελέσουν τη βάση για την μετέπειτα εξέλιξή της.


Ειδώλια

Η ειδωλοπλαστική της περιόδου συνίσταται κυρίως σε χάλκινα και πήλινα ειδώλια. Ελάχιστα παραδείγματα γνωρίζουμε από άλλα υλικά, όπως ο λίθος ή το ελεφαντόδοντο (το τελευταίο κυρίως από την Κρήτη). Οι μορφές αποδίδονται σχηματικά χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τη ρεαλιστική απόδοση του σώματος. Τα ανθρωπόμορφα παραδείγματα έχουν σφαιρικές κεφαλές και σχεδόν τριγωνικά σώματα, ενώ τα ζωόμορφα ειδώλια έχουν κυλινδρικά σώματα και ρύγχη, επίπεδους λαιμούς και τριγωνικά άκρα.

Τα χάλκινα ειδώλια αναπαριστούν μορφές ανθρώπων και ζώων σε μικρό συνήθως μέγεθος. Κατά κανόνα είναι χυτά αν και κάποιες λεπτομέρειες αποδίδονται με σφυρηλάτηση. Συχνά, τα βρίσκουμε προσαρτημένα στις λαβές μεγάλων χάλκινων αγγείων (συνηθέστερα στον τριποδικό λέβητα). Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια απεικονίζουν κατά κύριο λόγο πολεμιστές και ηνιόχους σε άρματα, όπως επίσης και όρθιες γυναικείες μορφές, ανδρικές θεότητες και μυθολογικά πλάσματα (Μινώταυρος, Κένταυρος, κ.λπ.). Τα ζωόμορφα ειδώλια αναπαριστούν κυρίως ίππους αλλά και βοοειδή και πτηνά.

Τα πήλινα ειδώλια της περιόδου ανήκουν στους ίδιους λίγο-πολύ τύπους. Συνήθως είναι χειροποίητα και συμπαγή αν και υπάρχουν ορισμένα τροχήλατα παραδείγματα, ενίοτε κοίλα εσωτερικά. Ειδώλια ίππων συναντούμε και σε πώματα μεγάλων πήλινων πυξίδων της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου. Επίσης, ορισμένα γεωμετρικά αγγεία είχαν μορφή πτηνών ή ζώων. Τα ειδώλια διακοσμούνταν με γεωμετρικά μοτίβα, ενίοτε δε μεγάλο μέρος της επιφανείας τους καλυπτόταν με στιλπνό μελανό γάνωμα.


Κοσμήματα

Τα κοσμήματα είναι γενικώς σπάνια την περίοδο αυτή και κατά κανόνα προέρχονται από ταφές. Οι συνηθέστεροι τύποι χάλκινων κοσμημάτων είναι οι περόνες και οι πόρπες, που χρησίμευαν κυρίως για να συγκρατούν στους ώμους τον πέπλο, ένα είδος ενδύματος που φαίνεται ότι άρχισε να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του 11ου αι. π.Χ. Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές περονών και πορπών, ορισμένες εκ των οποίων μαρτυρούν επιδράσεις από τα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λεγόμενες «αττικο-βοιωτικές» πόρπες, που ήταν ασυνήθιστα ευμεγέθεις και είχαν μεγάλο τετράγωνο πλακίδιο διακοσμημένο με εγχάρακτα γεωμετρικά μοτίβα ή εικονιστικές παραστάσεις από τον φυσικό κόσμο ή τη μυθολογία. Οι πόρπες αυτές χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ως αναθήματα σε ιερά ή ως ταφικά δώρα.

Τα χρυσά κοσμήματα της περιόδου είναι λιγοστά, όμως μαρτυρούν δεξιοτεχνία στην κατασκευή και γνώση περίπλοκων τεχνικών όπως η κοκκίδωση και η συρματερή τεχνική. Οι τεχνικές αυτές χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στο Αιγαίο ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, και φαίνεται ότι σε ορισμένες περιοχές, όπως η Εύβοια, κατάφεραν να επιβιώσουν και κατά τους λεγόμενους "Σκοτεινούς Χρόνους". Έχουν βρεθεί χρυσά περιδέραια, δαχτυλίδια και σκουλαρίκια, όμως ο συνηθέστερος τύπος της περιόδου είναι τα διαδήματα και οι ταινίες από λεπτό έλασμα χρυσού. Αυτά τα λεπτεπίλεπτα κοσμήματα συχνά έφεραν εμπίεστη διακόσμηση με ζώα και από τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. με πολεμιστές, άρματα, σκηνές μάχης, σκηνές χορού και φανταστικά πλάσματα όπως Σφίγγες και Κενταύρους.


Μετάλλινα αντικείμενα και σκεύη

Τα όπλα και τα εργαλεία της περιόδου κατασκευάζονται κατά κανόνα από σίδηρο, ο οποίος ως υλικό είναι ανθεκτικότερος και πιο αποτελεσματικός από τον χαλκό. Τα παραδείγματα που σώζονται ως τις μέρες μας είναι λιγοστά και περιλαμβάνουν ξίφη, εγχειρίδια, αιχμές δοράτων, μαχαίρια αλλά και οβελούς, κρατευτές, κ.λπ. Ο αμυντικός οπλισμός, ωστόσο, δηλαδή τα κράνη, οι ασπίδες και οι θώρακες, συνέχισαν να κατασκευάζονται από χαλκό, ο οποίος είναι πιο εύκαμπτος και αποκτά ευκολότερα το επιθυμητό σχήμα με σφυρηλάτηση.

Τα μετάλλινα αγγεία της περιόδου κατασκευάζονταν κυρίως από χαλκό και χρησίμευαν σχεδόν αποκλειστικά ως αναθήματα σε ιερά ή ως προσφορές σε τάφους ευγενών. Ο τριποδικός λέβητας είναι ο συνηθέστερος τύπος, αλλά υπάρχουν και φιάλες διαφόρων μεγεθών όπως και αναθηματικές ασπίδες. Τα μετάλλινα αγγεία –ιδιαίτερα οι φιάλες– έφεραν συχνά εμπίεστη διακόσμηση με φυτικά μοτίβα ή παραστατικές σκηνές εμφανώς ανατολικής προέλευσης.


Κεραμική

Κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (1050-900 π.Χ.), παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην κεραμική παραγωγή και νέα σχήματα, όπως ο κρατήρας, η οινοχόη και ο υψίπους σκύφος αρχίζουν να χρησιμοποιούνται ευρύτερα. Η διακόσμηση συνίσταται σε ομόκεντρους κύκλους (που χαράσσονται με διαβήτη και ζωγραφίζονται με πολλαπλό χρωστήρα), ρόμβους, τεθλασμένες γραμμές και άλλα απλά γεωμετρικά μοτίβα που τοποθετούνται μέσα σε πλατιές ταινίες στον λαιμό και το σώμα του αγγείου.

Κατά την Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο (900-850 π.Χ.), τα καμπυλόγραμμα μοτίβα εγκαταλείπονται και αρχίζουν να χρησιμοποιούνται ευθύγραμμα και γωνιώδη γεωμετρικά σχήματα (όπως ο μαίανδρος), τα οποία τοποθετούνται σε στενές ταινίες ή μετόπες στον λαιμό και το σώμα του αγγείου, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια καλύπτεται με στιλπνό μελανό γάνωμα. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό τρόπο διακόσμησης που στόχο έχει να τονίσει τη γεωμετρική δομή του αγγείου.

Παρόμοιας λογικής είναι η διακόσμηση και κατά τη Μέση Γεωμετρική περίοδο (850-770 π.Χ.), μόνο που τώρα οι ζώνες με τα γραπτά μοτίβα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο χώρο. Οι κεραμείς χρησιμοποιούν επίσης λεπτές ταινίες και μικρές μετόπες στον λαιμό για να τονίσουν το σχήμα και τη δομή του αγγείου. Την περίοδο αυτή κάνει τη δειλή εμφάνισή της η εικονιστική αγγειογραφία: μεμονωμένα ζώα ή πτηνά που αποδίδονται με περίγραμμα τοποθετούνται σε μικρές μετόπες σε διάφορα σημεία του αγγείου.

Η πραγματική επανάσταση στη διακόσμηση της κεραμικής συμβαίνει κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο (770-700 π.Χ.). Τα γεωμετρικά μοτίβα συνεχίζουν να καλύπτουν μεγάλο μέρος της επιφάνειας του αγγείου, όμως τώρα πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οι παραστατικές σκηνές που απεικονίζουν ταφικές τελετές, μάχες σε στεριά και θάλασσα, πομπές αρμάτων ή ακόμη και μυθολογικές σκηνές. Ο νέος τρόπος διακόσμησης αποτελεί αθηναϊκή επινόηση και αποδίδεται στο περίφημο εργαστήριο του Ζωγράφου του Διπύλου. Το εργαστήριο αυτό ήταν το πρώτο που δημιούργησε πολυπρόσωπες συνθέσεις οργανωμένες σε διαδοχικές ζώνες πάνω σε μνημειώδη αγγεία που χρησίμευαν ως σήματα σε τάφους αριστοκρατών. Οι μορφές αποδίδονταν με σχηματικό τρόπο κάνοντας χρήση της «διπλής» προοπτικής: το κάτω μέρος του σώματος αποδιδόταν σε κατατομή, ενώ το στήθος και το πρόσωπο μετωπικά. Οι αγγειογράφοι έκαναν μάλιστα απόπειρες να αποδώσουν την προοπτική: οι μορφές που υποτίθεται ότι βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο ζωγραφίζονταν μεγαλύτερες και τοποθετούνταν στις κατώτερες ζώνες ενώ εκείνες που υποτίθεται ότι βρίσκονταν στο βάθος ζωγραφίζονταν μικρότερες και τοποθετούνταν σε υψηλότερες ζώνες.

Το εργαστήριο του Διπύλου έφερε την ανθρώπινη μορφή στο προσκήνιο του καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος και εισήγαγε την έννοια της αφηγηματικής τέχνης, που θα κυριαρχούσε τους επόμενους αιώνες. Πολλοί καλλιτέχνες στην Αθήνα και άλλα μέρη της Ελλάδας (Κόρινθος, Αργολίδα, Εύβοια, Κυκλάδες) ήταν έτοιμοι να υπηρετήσουν τη νέα τεχνοτροπία. Όμως, στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., η γεωμετρική τέχνη είχε ήδη φτάσει στα όριά της και σύντομα μια νέα τεχνική –μελανόμορφος ρυθμός– θα άνοιγε νέους δρόμους και θα έδινε στους αγγειογράφους τη δυνατότητα να αποδώσουν τις μορφές με μεγαλύτερη ακρίβεια και ελευθερία.

Οι Επιδράσεις της Ανατολής

Γύρω στα μέσα του 9ου αι. π.Χ., δηλαδή πάνω από τρεις αιώνες μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, οι Έλληνες άρχισαν να διευρύνουν και πάλι τους ορίζοντές τους πέρα από τα όρια του Αιγαίου. Η αποκατάσταση των θαλάσσιων επικοινωνιών και οι ολοένα αυξανόμενες εμπορικές ανταλλαγές με την ανατολική Μεσόγειο (κυρίως με τη Φοινίκη και την Κύπρο), τους έφεραν σε στενότερη επαφή με τους προηγμένους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου. Οι συνέπειες των επαφών αυτών ήταν πολλαπλές. Η σημαντικότερη ήταν ίσως η υιοθέτηση της γραφής από τους Φοίνικες γύρω στο 800 π.Χ. που μετατράπηκε στο μετέπειτα αλφάβητο. Οι Έλληνες δανείστηκαν επίσης στοιχεία πολιτικής οργάνωσης, νομοθεσίας και θρησκευτικής ιδεολογίας από την Ανατολή.

Εξίσου σημαντικές όμως –και ευκολότερα αντιληπτές– ήταν οι επιδράσεις στον χώρο της τέχνης. Κατά τη διάρκεια του 8ου και 7ου αι. π.Χ. παρατηρείται μεγάλη εισροή νέων υλικών, τεχνικών και διακοσμητικών θεμάτων από την Ανατολή στο Αιγαίο, σε βαθμό που να μιλάμε για την «ανατολίζουσα» περίοδο της ελληνικής τέχνης. Ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται από τους ειδικούς κυρίως για την περίοδο μεταξύ του 720 και του 620 π.Χ., όταν τα ανατολίζοντα μοτίβα και τεχνικές κυριολεκτικά κυριάρχησαν στις τέχνες του Αιγαίου. Όμως οι ανατολικές επιδράσεις είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές από πολύ νωρίτερα και διατηρήθηκαν τουλάχιστον έως το τέλος της αρχαϊκής περιόδου.

Ήδη από τα τέλη του 9ου αι. π.Χ. κατασκευάζονται στην Κρήτη μετάλλινα αντικείμενα με τεχνικές και διακόσμηση που έλκουν την καταγωγή τους από την Ανατολή. Τα αντικείμενα αυτά –χάλκινες φιάλες με έκκρουστη διακόσμηση λεόντων και φανταστικών φτερωτών πλασμάτων και χρυσά κοσμήματα κατασκευασμένα με συρματερή τεχνική και κοκκίδωση– υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας πρώιμης ανατολίζουσας παράδοσης ή ακόμη και την παρουσία μεταλλουργών από τη Φοινίκη στο νησί. Κατά τη διάρκεια του 8ου αι. π.Χ. εμφανίζονται στην Κρήτη, στη Ρόδο, στην Εύβοια και την Αθήνα ειδώλια από ελεφαντόδοντο που αποτελούν είτε εισαγωγές από τη βόρεια Συρία είτε τοπικές απομιμήσεις. Τέλος, η παρουσία λεόντων και εξωτικών πτηνών στη γραπτή διακόσμηση των αγγείων της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου ενδέχεται να αντανακλά επίσης ανατολικές επιδράσεις.

Η «ανατολίζουσα» περίοδος συνιστά ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον φαινόμενο πολιτισμικής αλληλεπίδρασης, το οποίο αναζωογόνησε την ελληνική τέχνη πλουτίζοντάς τη με νέα υλικά, τεχνικές και διακοσμητικά θέματα που επιβίωσαν για πολλούς αιώνες. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., ωστόσο, η τάση αυτή είχε πια χάσει τον δυναμισμό της και οι καλλιτέχνες επιδίδονταν σε νέες αναζητήσεις. Το κέντρο των αναζητήσεων αυτών ήταν πια η Αθήνα. Οι Αθηναίοι γλύπτες και αγγειογράφοι, έχοντας αφομοιώσει τα σημαντικότερα στοιχεία της ανατολικής τέχνης, άρχισαν να αναπτύσσουν πρωτότυπους ρυθμούς και τεχνικές, που προοδευτικά θα οδηγούσαν στην καλλιτεχνική άνθιση της ύστερης αρχαϊκής και κλασικής περιόδου.


Κεραμική και Γλυπτική

Η τάση υιοθέτησης ανατολικών ρυθμών και διακοσμητικών θεμάτων γενικεύεται προς τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. Στην αγγειογραφία, οι κεραμείς της Κορίνθου, της Αθήνας, της Κρήτης και του ανατολικού Αιγαίου εγκαταλείπουν τον γεωμετρικό ρυθμό και αρχίζουν να διακοσμούν τα αγγεία τους με σχηματοποιημένα φυτικά μοτίβα και φανταστικά όντα ασσυριακής ή αιγυπτιακής προέλευσης (ρόδακες, άνθη λωτού, σφίγγες, γρύπες) καθώς και με εξωτικά ζώα που ήταν άγνωστα στο Αιγαίο (λέοντες και άλλα αιλουροειδή). Στην Κόρινθο και την Αθήνα, μάλιστα, κάνουν την εμφάνισή τους πολυπρόσωπες εικονιστικές σκηνές με ανθρώπινες μορφές, που απηχούν επιδράσεις από την παραστατική τέχνη της Ανατολής.

Πειραματιζόμενοι με αυτές τις νέες τάσεις, οι Κορίνθιοι κεραμείς θα επινοήσουν μια πρωτότυπη τεχνική διακόσμησης που θα μείνει γνωστή ως μελανόμορφη.
Στην πλαστική, οι σημαντικότερες εξελίξεις λαμβάνουν χώρα στην Κρήτη και τις Κυκλάδες. Μέχρι τα τέλη της γεωμετρικής περιόδου τα μόνα δείγματα «γλυπτικής» στο Αιγαίο ήταν τα μικροσκοπικά χάλκινα και πήλινα ειδώλια ανθρώπων και ζώων. Τώρα, όμως, η γνωριμία με τα μνημειακά αγάλματα των Ασσυρίων και των Αιγυπτίων, προσέφερε νέες πηγές έμπνευσης στους τεχνίτες του Αιγαίου. Έτσι στο νησί αναπτύσσεται ένας νέος ρυθμός τρισδιάστατης αναπαράστασης που εμφανώς μιμείται ανατολικά ειδώλια και γλυπτά γυναικείων θεοτήτων – οι μορφές είναι σχετικά άκαμπτες, έχουν τριγωνικά πρόσωπα με μεγάλους ανοιχτούς οφθαλμούς και κόμμωση που θυμίζει έντονα την αιγυπτιακή φενάκη. Ο ρυθμός αυτός, που αποκαλείται συμβατικά «Δαιδαλικός» (από τον μυθικό τεχνίτη Δαίδαλο, που έζησε στην Κρήτη και σύμφωνα με το μύθο ήταν αυτός που έδωσε πνοή και κίνηση στα αγάλματα) θα εφαρμοστεί αρχικά σε μικρά ειδώλια από πηλό, χαλκό και ελεφαντόδοντο και αργότερα σε μεγαλύτερου μεγέθους γλυπτά από μαλακό ασβεστόλιθο. Με τον καιρό, η νέα τεχνική θα μεταδοθεί στις Κυκλάδες, όπου μετά από κάποιους πειραματισμούς οι τοπικοί γλύπτες –έχοντας στη διάθεσή τους το μάρμαρο ως πρώτη ύλη– θα δημιουργήσουν γύρω στο 620 π.Χ. τα πρώτα μνημειώδη γλυπτά της ελληνικής τέχνης, τους γνωστούς κούρους και τις κόρες.

Αρχαϊκή Τέχνη

Η αρχαϊκή περίοδος ήταν επίσης σημαντικότατη για τη διαμόρφωση της ελληνικής τέχνης. Ο 7ος αι. π.Χ. χαρακτηρίζεται από έντονες ανατολικές επιδράσεις, ιδιαίτερα αισθητές στην αγγειογραφία, τη μεταλλοτεχνία και τη γλυπτική της περιόδου. Οι επιδράσεις αυτές αφομοιώνονται δημιουργικά και, κατά τον 6ο αι. π.Χ., οι καλλιτέχνες των ελληνικών πόλεων επιδίδονται στη διαμόρφωση τοπικών ιδιωμάτων, που αργά αλλά σταθερά οδεύουν προς την κατάκτηση του μέτρου και τη ρεαλιστική απόδοση της ανθρώπινης μορφής. Την ίδια περίοδο διαμορφώνονται οι βασικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί (δωρικός, ιωνικός), παγιώνεται η μορφή των περίπτερων ναών και αναπτύσσεται η τέχνη του αρχιτεκτονικού γλυπτού διακόσμου.

Ο άνεμος αλλαγών του 6ου αιώνα αλλά και η πρακτική πολλών τυράννων να προστατεύουν τις τέχνες και τα γράμματα οδήγησε σε άνθηση της φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών και της λογοτεχνίας στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Ιωνία, ενώ στην Αττική γεννήθηκε την ίδια περίοδο η τέχνη του αρχαίου δράματος, σε άμεση σχέση με τη διονυσιακή λατρεία.

Κατά την περίοδο αυτή, μεταξύ όλων των άλλων αλλαγών και εξελίξεων, γεννιούνται οι δύο γνωστότερες τεχνικές διακόσμησης αγγείων που η μία διαδέχθηκε την άλλη: ο μελανόμορφος και ο ερυθρόμορφος ρυθμός.


Μελανόμορφος ρυθμός

Ο μελανόμορφος ρυθμός ήταν μια τεχνική που συνίστατο στην απόδοση των μορφών με στιλπνό μαύρο χρώμα πάνω στο ανοιχτόχρωμο βάθος του πήλινου αντικειμένου. Οι μορφές αποδίδονταν με περίγραμμα και οι εσωτερικές λεπτομέρειες (ανατομία, χαρακτηριστικά προσώπου, ένδυση) με εγχαράξεις. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες εκφάνσεις της αρχαίας ελληνικής τέχνης και αποτέλεσε τον βασικό τρόπο διακόσμησης των αγγείων της αρχαϊκής περιόδου.

Το μαύρο χρώμα των μορφών δεν οφείλεται στη χρήση κάποιας χρωστικής ουσίας αλλά επιτυγχάνετο μέσω μιας πολύπλοκης διαδικασίας κατεργασίας της επιφάνειας του αγγείου. Αρχικά ολόκληρη η επιφάνεια καλυπτόταν με επίχρισμα καθαρού λεπτόκοκκου πηλού. Πάνω σε αυτό το επίχρισμα σχεδιάζονταν οι μορφές και καλύπτονταν με λεπτότερο στρώμα πηλού αναμεμειγμένου με αλκάλιο ή ποτάσα, ενώ οι εσωτερικές λεπτομέρειες χαράζονταν με ένα αιχμηρό εργαλείο. Ακολουθούσε η διαδικασία της όπτησης σε τρία διαδοχικά στάδια και σε θερμοκρασίες άνω των 800oC. Μέσω εναλλαγών στην παροχή ή μη οξυγόνου στο εσωτερικού του κλιβάνου (που δημιουργούσαν αντίστοιχα οξειδωτικό ή αναγωγικό περιβάλλον), οι κεραμείς κατόρθωναν να επιτύχουν την υαλοποίηση των επιφανειών που είχαν καλυφθεί με αλκαλιούχο επίστρωση σε μαύρο χρώμα, ενώ το υπόλοιπο αγγείο αποκτούσε τη γνωστή πορτοκαλέρυθρη απόχρωση. Οι λεπτομέρειες που είχαν αποδοθεί με εγχάραξη παρέμεναν κι αυτές στο ανοιχτό χρώμα του πηλού δημιουργώντας έντονη χρωματική αντίθεση στο εσωτερικό των μορφών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αγγειογράφοι χρησιμοποιούσαν επίθετα χρώματα, όπως λευκό και ιώδες για να τονιστούν συγκεκριμένα στοιχεία της διακόσμησης – το λευκό π.χ. χρησίμευε για την απόδοση της γυναικείας σάρκας.

Ο μελανόμορφος ρυθμός φαίνεται ότι αποτελεί επινόηση των κεραμέων της Κορίνθου, οι οποίοι άρχισαν να τον χρησιμοποιούν στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. κυρίως για την απόδοση ζώων, μυθικών πλασμάτων και φυτικών μοτίβων και σπανιότερα για την απόδοση ανθρώπινων μορφών. Το κατά κανόνα μικρό μέγεθος των κορινθιακών αγγείων της περιόδου (αρύβαλλοι, όλπες, κ.λπ.) απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια και εξαιρετική δεξιοτεχνία στον σχεδιασμό, γεγονός που συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της τεχνικής. Στην Αττική, ο ρυθμός υιοθετήθηκε γύρω στο 630 π.Χ., γρήγορα όμως η χρήση του γενικεύθηκε. Οι αγγειογράφοι των Αθηνών, και κυρίως του Κεραμεικού, επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την απεικόνιση ανθρώπινων μορφών με τη νέα τεχνική και γρήγορα κατάφεραν να δημιουργήσουν εξαιρετικές συνθέσεις αφηγηματικού περιεχομένου. Η εξέλιξη αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις στην ιστορία της κεραμικής, καθώς πλέον η αγγειογραφία υπερέβη το διακοσμητικό της ρόλο και μετατράπηκε σε ένα δυναμικό εικαστικό μέσο, το οποίο καθιστούσε εφικτή τη δραματοποίηση σκηνών από τη μυθολογία, την ιστορία, την καθημερινή ζωή, τη λατρεία κ.λπ. Ενδεικτικό της απήχησης της νέας τεχνικής είναι ότι τα μελανόμορφα αγγεία περιλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο μυθολογικών σκηνών της ελληνικής τέχνης. Τα αγγεία που παράγονταν στην Αθήνα ήταν τέτοιας ποιότητας που γρήγορα εκτόπισαν τα αντίστοιχα κορινθιακά και κατέκτησαν τις αγορές. Σημαντικά εργαστήρια μελανόμορφης κεραμικής υπήρχαν επίσης στη Βοιωτία, στη Λακωνία, στην Εύβοια, σε ορισμένες περιοχές της Ιωνίας καθώς και τις αποικίες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας.


Οι μεγάλοι ζωγράφοι του μελανόμορφου

Συχνά, πάνω στο αγγείο χαράζονταν τα ονόματα του αγγειοπλάστη και του αγγειογράφου. Η παλαιότερη γνωστή υπογραφή ζωγράφου είναι αυτή του Σοφίλου πάνω σε ένα θραύσμα μελανόμορφου δίνου που εικονίζει τα άθλα προς τιμήν του Πατρόκλου και χρονολογείται στα 580 π.Χ. Από ανάλογες υπογραφές γνωρίζουμε τα πραγματικά ονόματα ενός μικρού αριθμού αγγειογράφων. Ωστόσο, η τυπολογική μελέτη των μελανόμορφων αγγείων έχει πιστοποιήσει την ύπαρξη εκατοντάδων «καλλιτεχνών» ή «εργαστηρίων», που έχουν πάρει συμβατικές ονομασίες ανάλογα με τον τόπο όπου εκτίθενται σημαντικές δημιουργίες τους ή με χαρακτηριστικά της ζωγραφικής τους (π.χ. Ζωγράφος της Χαϊδελβέργης, Ζωγράφος της Γοργούς, κ.λπ.).

Ως σημαντικότεροι αγγειογράφοι του μελανόμορφου ρυθμού θεωρούνται ο Λυδός, ο Ζωγράφος του Άμαση και, κορυφαίος όλων, ο Εξηκίας, ο οποίος έδωσε στις μορφές του μια μοναδική αίσθηση πλαστικότητας και εκφραστικής λιτότητας δημιουργώντας συνθέσεις υψηλής δραματικής έντασης που συχνά εγγίζουν τα όρια του μνημειακού.

Με τον Εξηκία, ο οποίος έζησε στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ., η μελανόμορφη τεχνική έφθασε στα όρια των δυνατοτήτων της. Γύρω στα 530 π.Χ. οι Αθηναίοι κεραμείς επινόησαν τον ερυθρόμορφο ρυθμό, που προσέφερε μεγαλύτερες καλλιτεχνικές δυνατότητες και σταδιακά αντικατέστησε τον μελανόμορφο. Η μελανόμορφη τεχνική, πάντως, συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ενώ σε κάποια ειδικής χρήσης αγγεία, όπως οι Παναθηναϊκοί αμφορείς που δίνονταν ως έπαθλα στους ομώνυμους αγώνες και είχαν τυποποιημένη διακόσμηση, διατηρήθηκε μέχρι πολύ αργότερα.


Ερυθρόμορφος Ρυθμός

Ο ερυθρόμορφος ρυθμός, που αποτέλεσε τον βασικό τρόπο διακόσμησης αγγείων κατά την κλασική περίοδο, βασίστηκε στην ακριβώς αντίστροφη τεχνική από αυτή του μελανόμορφου ρυθμού. Εδώ οι μορφές αφήνονταν στο χρώμα του πηλού και η υπόλοιπη επιφάνεια του αγγείου καλυπτόταν με μαύρο γάνωμα (μια στρώση λεπτόκοκκου σιδηρούχου πηλού), το οποίο υαλοποιούνταν κατά τη διαδικασία όπτησης αποκτώντας έτσι τη χαρακτηριστική στιλπνή εμφάνιση. Οι εσωτερικές λεπτομέρειες των μορφών (π.χ. τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι πτυχώσεις των ενδυμάτων, κ.λπ.) αποδίδονταν με αραιωμένο καστανό γάνωμα, που γινόταν και αυτό μελανό κατά την όπτηση.

Επειδή στην συγκεκριμένη τεχνική οι μορφές ορίζονταν ουσιαστικά στο «αρνητικό», οι αγγειογράφοι ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν προσχέδια με μολυβοκάρβουνο ή κάποια άλλη ουσία, που συνήθως εξαφανίζονταν κατά την όπτηση. Στη συνέχεια άλειφαν προσεκτικά με γάνωμα την επιφάνεια του αγγείου αφήνοντας ακάλυπτες μόνο τις μορφές που είχαν σχεδιάσει. Αναμφίβολα, οι τεχνικές απαιτήσεις του ερυθρόμορφου ρυθμού ήταν μεγαλύτερες από αυτές του μελανόμορφου. Ταυτόχρονα, όμως, οι μορφές που προέκυπταν ήταν πιο φωτεινές και είχαν μεγαλύτερη πλαστικότητα μέσα στο σκουρόχρωμο βάθος. Επίσης η νέα τεχνική έδινε μεγαλύτερες δυνατότητες στην απόδοση της ανατομίας και της ενδυμασίας των μορφών καθώς και του τρισδιάστατου χώρου.

Τα ερυθρόμορφα αγγεία είναι γενικότερα συνυφασμένα με την Αττική, η οποία υπήρξε και το σημαντικότερο κέντρο παραγωγής και διακίνησής τους. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, όμως, είναι και οι δημιουργίες των αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά το 400 π.Χ. όταν το αθηναϊκό εμπόριο αγγείων προς την Ιταλία παρακμάζει και τα ντόπια εργαστήρια αποδεσμεύονται από τις επιδράσεις της Αττικής και αναπτύσσουν τα δικά τους ιδιώματα. Πιο περιορισμένη και μάλλον για εσωτερική κατανάλωση ήταν η παραγωγή ερυθρόμορφων αγγείων σε περιοχές όπως η Κόρινθος, η Βοιωτία, η Αρκαδία, η Λακωνία, η Κρήτη, η Χαλκιδική κ.ά.


Οι μεγάλοι ζωγράφοι του ερυθρόμορφου

Η ερυθρόμορφη τεχνική προέκυψε μέσα από τους πειραματισμούς στους οποίους επιδόθηκαν τα εργαστήρια του Αθηναϊκού Κεραμεικού, όταν πια είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι περιορισμοί που επέβαλε ο μελανόμορφος ρυθμός. Τα παλιότερα ερυθρόμορφα αγγεία χρονολογούνται γύρω στο 530 π.Χ. και αποδίδονται στον «Ζωγράφο του Ανδοκίδη», το πραγματικό όνομα του οποίου δεν γνωρίζουμε, αλλά ήταν πιθανότατα μαθητής του Εξηκία. Η μετάβαση από τον ένα ρυθμό στον άλλο, βέβαια, δεν έγινε απότομα καθώς μελανόμορφα αγγεία συνέχιζαν να παράγονται για αρκετές δεκαετίες ακόμη. Χαρακτηριστικό είναι δε, ότι υπάρχουν αρκετά «δίγλωσσα» αγγεία, τα οποία από τη μία πλευρά έφεραν μελανόμορφη και από την άλλη ερυθρόμορφη διακόσμηση.

Τα ερυθρόμορφα αγγεία κατέκτησαν γρήγορα τις αγορές και έγιναν αντικείμενο εκτεταμένου εμπορίου κυρίως προς την Ιταλία. Αποτελούν ένα από τα ορόσημα της κλασικής περιόδου και παρέμειναν ιδιαίτερα δημοφιλή ως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Τα πρώιμα στάδια του ερυθρόμορφου ρυθμού, πάντως, εντάσσονται στην ύστερη αρχαϊκή παράδοση. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της περιόδου αυτής, όπως ο Ευφρόνιος, ο Ευθυμίδης, ο Φιντίας, ο Σμίκρος, ο ζωγράφος του Κλεοφράδη και ο ζωγράφος του Βερολίνου δημιουργούν σκηνές γεμάτες δυναμισμό με μορφές που διεκδικούν θέση στον χώρο.

Κλασική Τέχνη

Ερυθρόμορφη Κεραμική

Κατά τους κλασικούς χρόνους η θεματολογία των αγγείων επεκτείνεται πέρα από τον μύθο και τη θρησκεία σε σκηνές της καθημερινής ζωής. Η ερυθρόμορφη αγγειογραφία δέχεται έντονες επιρροές από την γλυπτική και τη μεγάλη ζωγραφική, εμφανείς τόσο στο πλάσιμο του σώματος και τη στιβαρότητα των μορφών όσο και στην υποδήλωση του χώρου με χρήση προοπτικής. Σημαντικοί δημιουργοί της ώριμης περιόδου της ερυθρόμορφης αγγειογραφίας είναι ο Ζωγράφος των Νιοβιδών, ο Ζωγράφος του Πανός, ο Ζωγράφος του Αχιλλέα, ο Ζωγράφος του Κλεοφώντα και o Ζωγράφος του Πολυγνώτου.

Προς τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. οι μορφές χάνουν τη στιβαρότητά τους ενώ παρατηρείται και μία έντονη διακοσμητική διάθεση, με ευρεία χρήση χρωμάτων και χρυσού. Οι παραστάσεις γίνονται πολύ πιο σύνθετες και πολυπρόσωπες ενώ συχνά διαχωρίζονται σε διαφορετικά επίπεδα, στοιχείο που υποδηλώνει περαιτέρω επιδράσεις από τη μεγάλη ζωγραφική. Στις αρχές μάλιστα του 4ου αι. π.Χ. χρησιμοποιείται ακόμα και ανάγλυφη διακόσμηση.


Αγγεία λευκού βάθους

Τα αγγεία λευκού βάθους αποκαλούνται έτσι η επιφάνειά τους είναι καλυμμένη με λευκό επίχρισμα, πάνω στο οποίο αποδίδεται η διακόσμηση. Ως τύπος εμφανίζονται στην Αττική γύρω στο 530 π.Χ. και συνεχίζουν να παράγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. Τα πρωιμότερα παραδείγματα διακοσμούνταν με τη μελανόμορφη τεχνική αργότερα, όμως, επικράτησε η τεχνική του γραπτού περιγράμματος. Συχνά οι αγγειογράφοι των αγγείων λευκού βάθους χρησιμοποιούσαν έντονα επίθετα χρώματα (ερυθρό, ιώδες, κιτρινωπό, γαλάζιο, μελανό) για την απόδοση των ανθρώπινων μορφών, των ενδυμάτων, αρχιτεκτονικών στοιχείων και άλλων λεπτομερειών, που έδιναν μια αίσθηση πολυχρωμίας. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, η πρακτική αυτή απηχεί επιδράσεις από τη μεγάλη ζωγραφική της κλασικής περιόδου.

Η συγκεκριμένη τεχνική εφαρμόστηκε σε διάφορους τύπους αγγείων (κύλικες, πυξίδες, κρατήρες, αλάβαστρα κ.λπ.), όμως το κατεξοχήν σχήμα του λευκού ρυθμού ήταν η λήκυθος. Τα αγγεία λευκού βάθους χρησιμοποιούνταν κυρίως ως ταφικά κτερίσματα. Για τον λόγο αυτό, η θεματολογία τους –ιδιαίτερα από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. και εξής– σχετίζεται κατά κανόνα με τους νεκρούς. Υπάρχουν, βεβαίως, παραδείγματα –κυρίως πρώιμα– με μυθολογικές παραστάσεις ή σκηνές γυναικωνίτη, η πλειονότητα των λευκών αγγείων όμως απεικονίζουν σκηνές αποχαιρετισμού του νεκρού, γυναίκες που επισκέπτονται τους τάφους των νεκρών συγγενών τους, ή και πιο σύνθετες παραστάσεις του Θανάτου και του Ύπνου που μεταφέρουν τον νεκρό, του Χάρωνα που συνοδεύει τον νεκρό στον Κάτω Κόσμο, του νεκρού με τον ψυχοπομπού Ερμή κ.ά. Οι παραστάσεις των λευκών αγγείων αποτελούν ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για τα ταφικά μνημεία και έθιμα της κλασικής περιόδου.

Την τεχνική του λευκού βάθους υπηρέτησαν σπουδαίοι αγγειογράφοι των κλασικών χρόνων, οι οποίοι μας έδωσαν μερικές από τις ωραιότερες ζωγραφικές δημιουργίες της αρχαιότητας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Ζωγράφος του Αχιλλέα, ο Ζωγράφος της Φιάλης, ο Ζωγράφος του Θανάτου και οι αγγειογράφοι της Ομάδας των Καλαμιών. Προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ. η παραγωγή αγγείων λευκού βάθους αρχίζει να παρακμάζει. Αυτό φαίνεται να σχετίζεται με το γεγονός ότι την ίδια περίοδο αρχίζει ξανά η παραγωγή επιτύμβιων στηλών (που είχε ατονήσει με την απαγόρευση ανέγερσης πολυτελών ταφικών μνημείων που επέβαλε ο Κλεισθένης το 508/7 π.Χ.) αλλά και μαρμάρινων ταφικών ληκύθων μνημειακών διαστάσεων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα οψιμότερα παραδείγματα του λευκού ρυθμού είναι οι λεγόμενες «κολοσσικές» λήκυθοι, οι οποίες μερικές φορές ξεπερνούσαν το ένα μέτρο σε ύψος, και εμφανώς επεδίωκαν να ανταγωνιστούν τις σύγχρονες μαρμάρινες ληκύθους. Η παραγωγή λευκών αγγείων θα σταματήσει οριστικά γύρω στο 400 π.Χ. και τη θέση τους ως βασικού μέσου απεικόνισης του κόσμου των νεκρών θα πάρουν τα μαρμάρινα επιτάφια ανάγλυφα.

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

• Adams G.L. 1978: Orientalizing Sculpture in Soft Limestone from Crete and Mainland Greece (Oxford)

• Beazley J.D. 1993 [1986]: Η εξέλιξη του αττικού μελανόμορφου ρυθμού (Αθήνα)

• Boardman J. 1975: Athenian Red Figure Vases - The Archaic Period (London)

• Boardman J. 1980 [1974]: Αθηναϊκά μελανόμορφα αγγεία (Αθήνα)

• Boardman J. 1989: Athenian Red Figure Vases - The Classical Period (London)

• Boardman J. 1991: “The sixth-century potters and painters of Athens and their public”, στο Rasmussen T. - Spivey N. (επιμ.) Looking at Greek Vases (Cambridge), 79-102

• Boardman J. 1999: The Greeks Overseas: Their Early Colonies and Trade4 (Thames & Hudson)

• Burkert W. 1992: The Orientalizing Revolution: Near Eastern Influence on Greek Culture in the Early Archaic Age (Harvard)

• Burn L. 1991: “Red-figure and white-ground of the later fifth century”, στο Rasmussen T. - Spivey N. (επιμ.) Looking at Greek Vases (Cambridge), 118-130

• Coldstream J.N. 1968: Greek Geometric Pottery (London)

• Coldstream J.N. 1997 [1977]: Γεωμετρική Ελλάδα 900-700 π.Χ. (Αθήνα)

• Cook R.M. 1963: Greek Painted Pottery (New York)

• Desborough V.R.d’A. 1964: The Last Mycenaeans and their Successors: An Archaeological Survey c. 1200-1000 BC (Oxford)

• Desborough V.R.d’A. 1995 [1972]: Οι ελληνικοί σκοτεινοί αιώνες (Αθήνα)

• Kurtz D.C. 1975: Athenian White Lekythoi. Patterns and Painters (Oxford)

• Lemos I. 2002: The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC (Oxford)

• Morris S.P. 1993: Daedalus and the Origins of Greek Art (Princeton)

• Noble J.V. 1988: The Techniques of Painted Attic Pottery (New York)

• Oakley J. 2004: Picturing Death in Classical Athens. The Evidence of White Lekythoi (Cambridge)

• Osborne R. 1996: Greece in the Making 1200-479 BC (London)

• Robertson M. 2001 [1992]: Η τέχνη της αγγειογραφίας στην κλασική Αθήνα (Αθήνα)

• Scheibler I. 1992 [1983]: Ελληνική κεραμική. Παραγωγή, εμπόριο και χρήση των αρχαίων ελληνικών αγγείων (Αθήνα)

• Schweitzer B. 1969: Die geometrische Kunst Griechenlands (Köln)

• Snodgrass A.M. 1971: The Dark Age of Greece (Edinburgh)

• Sparkes B.A. 2000 [1996]: Ερυθρόν και μέλαν. Μελέτες στην αρχαία ελληνική κεραμική (Αθήνα)

• Stampolidis N.Chr. (επιμ.) 2003: Sea Routes…From Sidon to Huelva. Interconnections in the Mediterranean 16th-6th c. BC (Athens)

• Whitley J. 1991: Style and Society in Dark Age Greece: The Changing Face of a Pre-literate Society 1100-700 BC (Cambridge)

• Williams D. 1991: “Vase-Painting in fifth-century Athens”, στο Rasmussen T. –Spivey N. (επιμ.), Looking at Greek Vases (Cambridge)