ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΓΡΑΦΗ & ΜΟΥΣΙΚΗ

Συλλαβικές γραφές στο προϊστορικό Αιγαίο

Τα πρώτα βεβαιωμένα δείγματα γραφής στο Αιγαίο προέρχονται από την Κρήτη και χρονολογούνται γύρω στο 2000 π.Χ. Η αρχαιότερη γνωστή γραφή είναι η Κρητική Ιερογλυφική, η οποία ονομάστηκε έτσι επειδή βασίζεται σε ένα σύστημα ιδεογραμμάτων που παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες με τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Σύντομα (1800 π.Χ.) το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε από μια συλλαβική γραφή (κάθε σύμβολο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή) γνωστή ως Γραμμική Α. Η γραφή αυτή χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για διοικητικούς και λατρευτικούς σκοπούς από το 1800 π.Χ. μέχρι την τελική καταστροφή των μινωικών ανακτόρων γύρω στο 1500 π.Χ. Οι επιστήμονες δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να αποκρυπτογραφήσουν τη Γραμμική Α, ωστόσο από τις έως τώρα έρευνες προκύπτει ότι η γλώσσα που καταγράφει δεν είναι η ελληνική.

Γύρω στο 1450 π.Χ. (ή τον 13ο αι. π.Χ. σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή) κάνει την εμφάνισή του ένα νέο σύστημα συλλαβικής γραφής, γνωστό ως Γραμμική Β. Το νέο σύστημα χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για διοικητικούς σκοπούς στα ανάκτορα της Κρήτης (Κνωσός, Κυδωνία) και της μυκηναϊκής Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλος, Θήβα). Διοικητικές πράξεις και οικονομικές συναλλαγές καταγράφονταν σε πήλινες πινακίδες που φυλάσσονταν σε ειδικά αρχεία. Πέραν των ανακτόρων, μεμονωμένες επιγραφές Γραμμικής Β έχουν βρεθεί πάνω σε αγγεία και λίθινα αντικείμενα. Το 1952 οι Michael Ventris και John Chadwick κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν τις πινακίδες αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα που μιλούσαν οι χρήστες της Γραμμικής Β ήταν μια πρώιμη μορφή των ελληνικών: πολλά ονόματα θέσεων, περιοχών, προσώπων ακόμη και θεοτήτων ήταν ελληνικά. Δεδομένης, μάλιστα, της συγγένειας μεταξύ Γραμμικής Α και Γραμμικής Β (τα περισσότερα σύμβολα της δεύτερης προέρχονται από αντίστοιχα σύμβολα της πρώτης) είναι σαφές ότι χρειάστηκαν λίγες μόνο μετατροπές για να προσαρμοστεί η γραφή μια προ-ελληνικής γλώσσας στις φωνητικές ανάγκες των μυκηναϊκών ελληνικών.


Το αλφάβητο

Η γραφή εξαφανίστηκε από το χώρο του Αιγαίου για πολλούς αιώνες μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στα τέλη του 13ου αι. π.Χ. Εμφανίζεται ξανά γύρω στο 800 π.Χ., αυτή τη φορά όμως με την μορφή του αλφαβήτου. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, το αλφάβητο ήταν μια φοινικική επινόηση, την οποία εισήγαγε στην Ελλάδα ο μυθικός ιδρυτής της Θήβας Κάδμος. Μάλιστα τα γράμματα των πρώιμων ελληνικών αλφαβήτων ονομάζονταν «καδμεία» ή «φοινικήια». Η σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό την παράδοση.
Η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου πιστοποιείται όχι μόνον από την ομοιότητα των γραμμάτων και την πανομοιότυπη διάταξή τους στα αντίστοιχα αλφαβητικά συστήματα, αλλά και από τις ονομασίες τους. Οι ονομασίες αυτές προέρχονται από φοινικικές λέξεις και υιοθετήθηκαν σχεδόν αυτούσιες από τους Έλληνες παρ' ότι δε σήμαιναν τίποτε για τους ίδιους (π.χ. το Άλφα αντιστοιχεί στο φοινικικό “aleph” που σημαίνει βόδι, το Βήτα στο “beth” που σημαίνει σπίτι, κ.ο.κ.).
Οι πρωιμότερες ελληνικές επιγραφές που έχουν σωθεί χρονολογούνται γύρω στο 775 π.Χ., τα γράμματά τους όμως παρουσιάζουν μορφολογικές ομοιότητες με τα γράμματα φοινικικών κειμένων του 10ου-9ου αι. π.Χ. Επειδή επαφές μεταξύ Ελλήνων και Φοινίκων μαρτυρούνται μόνον μετά τα μέσα του 9ου αι. π.Χ., θεωρείται πιθανόν ότι η μετάδοση του αλφαβήτου έλαβε χώρα γύρω στο 800 π.Χ. Φορείς της μετάδοσης θα πρέπει να ήταν έμποροι ή ναυτικοί από περιοχές που είχαν αναπτύξει επαφές με την ανατολική Μεσόγειο ήδη από τη γεωμετρική περίοδο, όπως η Εύβοια, η Κρήτη ή η Ρόδος.

Το φοινικικό αλφάβητο αποτελείτο από 22 γράμματα και αντιστοιχούσαν όλα σε σύμφωνα. Για να το χρησιμοποιήσουν οι Έλληνες, έπρεπε πρώτα να το προσαρμόσουν στις φωνητικές αξίες της ελληνικής γλώσσας μετατρέποντας κάποια σύμβολα σε φωνήεντα και προσθέτοντας γράμματα που απέδιδαν φθόγγους άγνωστους στους Φοίνικες.

Μαζί με το αλφάβητο οι Έλληνες υιοθέτησαν και φοινικικούς τρόπους γραφής. Οι πρωιμότερες ελληνικές επιγραφές είναι γραμμένες είτε «επί τα λαιά» (από τα δεξιά προς τα αριστερά) είτε «βουστροφηδόν» (που θυμίζει το όργωμα με βόδια, δηλαδή μια γραμμή προς τα δεξιά, μία προς τα αριστερά κ.ο.κ.). Ο τρόπος γραφής από τα αριστερά στα δεξιά («ες το ευθύ») εμφανίστηκε τον 6ο αι. π.Χ. και η χρήση του δεν γενικεύτηκε παρά μόνον τον 5ο αι. π.Χ. Η γραφή, όπως την βλέπουμε κυρίως στις λίθινες επιγραφές, ήταν πάντοτε κεφαλαιογράμματη, με τις λέξεις να ενώνονται μεταξύ τους, χωρίς τόνους και με ελάχιστα σημεία στίξης (που εμφανίζονται κυρίως στις αρχαϊκές επιγραφές). Εννοείται φυσικά ότι οι αριθμοί επίσης αποδίδονταν με γράμματα.


Τα πρώιμα ελληνικά αλφάβητα & η επικράτηση του ιωνικού

Το αλφαβητικό σύστημα ήταν απλό στη χρήση του, κι έτσι μεγάλα τμήμα του πληθυσμού μπόρεσαν να αποκτήσουν γνώσεις γραφής και ανάγνωσης. Σε αντίθεση με τις συλλαβικές γραφές των Μινωιτών και των Μυκηναίων που απαιτούσαν ειδική εκπαίδευση και χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στα ανακτορικά κέντρα εξουσίας για διοικητικούς σκοπούς, το αλφάβητο διαδόθηκε ευρύτατα και χρησιμοποιήθηκε τόσο από θεσμικά όργανα όσο και από τους απλούς ανθρώπους. Μάλιστα τα πρωιμότερα γνωστά παραδείγματα αλφαβητικής γραφής προέρχονται από επιγραφές πάνω σε αγγεία (graffiti) και όχι από επίσημα κείμενα. Από τον 6ο αι. π.Χ. και εξής, το αλφάβητο χρησιμοποιείτο πλέον ευρύτατα όχι μόνον σε δημόσιες επιγραφές, νομίσματα ή αναθηματικά ανάγλυφα αλλά και σε επιτάφιες στήλες, αγγεία, πήλινα πλακίδια κ.λπ. Σαφής ένδειξη της διάδοσης της γραφής στην Αθήνα του 5ου αι. π.Χ. προσφέρουν τα χιλιάδες όστρακα (θραύσματα αγγείων) με χαραγμένα ονόματα υποψηφίων για εξοστρακισμό που έχουν βρεθεί στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Οι Έλληνες, βέβαια, έγραφαν και σε άλλα υλικά, όπως το ξύλο, το δέρμα, ο πάπυρος και η περγαμηνή, τα οποία όμως δεν διατηρούνται εύκολα στις κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας.

Η διάδοση της γραφής στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση τοπικών αλφαβήτων, που ανταποκρίνονταν στις φωνητικές ανάγκες των κατά τόπους διαλέκτων, ιδιομορφίες της προφοράς, κ.λπ. Αυτού του είδους τα «επιχώρια αλφάβητα» αναπτύχθηκαν ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. και παρέμειναν σε χρήση για πολλούς αιώνες. Συνήθως, μάλιστα, υιοθετούνταν και από τις αποικίες της κάθε πόλης. Τα «επιχώρια» αλφάβητα μπορούν σήμερα να διακριθούν μεταξύ τους και να μελετηθούν μέσω των διαφορών που παρουσιάζουν στο σχήμα και τη χρήση συγκεκριμένων γραμμάτων.

Η χρήση πολλών διαφορετικών αλφαβήτων, ωστόσο, γεννούσε προβλήματα στις συναλλαγές και τις επίσημες επικοινωνίες. Ήδη από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. έγινε αισθητή η ανάγκη υιοθέτησης ενός κοινού αλφαβήτου. Ως πλέον ενδεδειγμένο θεωρήθηκε το ιωνικό αλφάβητο της Μιλήτου, που περιλάμβανε σύμβολα για όλα τα φωνήεντα καθώς και για τα διπλά σύμφωνα Ξ και Ψ. Το ιωνικό αλφάβητο υιοθετήθηκε στην Αθήνα το 403 π.Χ. για να ακολουθήσουν πολλές ελληνικές πόλεις κατά τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ.

Όταν οι Μακεδόνες κατέλαβαν τη νότια Ελλάδα, το 338 π.Χ., μαζί με την αττική διάλεκτο υιοθέτησαν και το ιωνικό αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν οι Αθηναίοι. Οι Μακεδόνες δεν είχαν αναπτύξει δικό τους σύστημα γραφής, κι έτσι το ιωνικό αλφάβητο αποτελούσε γι' αυτούς ένα ιδανικό εργαλείο διοίκησης. Με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το ιωνικό αλφάβητο και η αττική διάλεκτος διαδόθηκαν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή, όπου χρησιμοποιήθηκαν ως ένα είδος πρώιμης lingua franca, που έμεινε γνωστή ως «ελληνιστική κοινή». Το ιωνικό αλφάβητο υπέστη μικροαλλαγές κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, η βασική του μορφή, ωστόσο, παρέμεινε αναλλοίωτη.


Τόνοι και μικρογράμματη γραφή

Μια σημαντική εξέλιξη της ελληνιστικής περιόδου ήταν η εμφάνιση των τόνων. Όταν οι φιλόλογοι των ελληνιστικών χρόνων άρχισαν να μελετούν πρωιμότερα κείμενα, γραμμένα σε αρχαΐζουσα μορφή (όπως π.χ. τα ομηρικά έπη), αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν σύμβολα τονισμού για να επιτύχουν τη σωστή προφορά τους αλλά και την ορθή απόδοση του μέτρου σε περιπτώσεις ποιητικών κειμένων. Άλλωστε και οι κάτοικοι των μη-ελληνόφωνων περιοχών του ελληνιστικού κόσμου, που χρησιμοποιούσαν την αττική διάλεκτο και το ιωνικό αλφάβητο ως μέσα διεθνούς επικοινωνίας, είχαν ανάγκη του τόνους για να προφέρουν σωστά τις ελληνικές λέξεις.

Αρχικά, οι τόνοι τοποθετούνταν πάνω σε κεφαλαία γράμματα, τα οποία όμως πλέον γράφονταν με έναν ειδικό τρόπο, που είναι γνωστός ως «επισεσυρμένη» γραφή (χαρακτηριστικά της είναι η στρογγυλοποίηση και απλοποίηση των γραμμάτων και η τάση εξάλειψης των γωνιωδών απολήξεων των κεφαλαίων). Η μικρογράμματη γραφή δεν εμφανίστηκε παρά μόνον στον 7ο αι. μ.Χ., πιθανότατα ως εξέλιξης της «επισεσυρμένης» γραφής. Η ευρύτερη διάδοσή της και η έναρξη χρήσης της σε επίσημα έγγραφα χρονολογείται στον 9ο αι. μ.Χ.

Στην αρχαία Ελλάδα, η μουσική θεωρείτο ισάξια με τις καλές τέχνες και γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Ο ρόλος της ήταν σημαντικός σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής: στις θρησκευτικές εορτές, στους γάμους, στις κηδείες, στους αθλητικούς αγώνες, στον πόλεμο και τις καθημερινές ασχολίες. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και μεταγενέστεροι φιλόσοφοι θεωρούσαν ότι η μουσική συμβάλλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτόν, η μουσική παιδεία έπρεπε να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο στην εκπαίδευση των παιδιών.

Η σύγχρονη έρευνα αντλεί στοιχεία για την αρχαία μουσική από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τις πολυάριθμες γραπτές πηγές. Από τα παλαιότερα ευρήματα των αρχαιολογικών ερευνών, είναι ένας αυλός από τον νεολιθικό οικισμό του Δισπηλιού, στη λίμνη της Καστοριάς, ο οποίος χρονολογείται στο 5300 π.Χ. Τα μαρμάρινα ειδώλια αυλητών και αρπιστών (ή «τριγωνιστών») από τις Κυκλάδες, που χρονολογούνται γύρω στο 2700 π.Χ., μαρτυρούν τη σημασία της μουσικής για τις κοινωνίες της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Τοιχογραφίες, πήλινα ειδώλια, παραστάσεις αγγείων, ψηφιδωτά και ανάγλυφα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους μουσικούς και τα όργανα μεταγενέστερων περιόδων.

Στις γραπτές πηγές συγκαταλέγονται τα λίγα αποσπασματικά μουσικά κείμενα, που σώζονται μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και οι πολυάριθμες αναφορές στη μουσική και τα μουσικά όργανα που συναντούμε σε ιστορικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά ή θεατρικά κείμενα. Ως αρχαιότερο δείγμα σημειογραφημένου μουσικού κειμένου θεωρείται επιγραφή που σώζεται πάνω σε πήλινο επίνητρο (σκεύος που χρησιμοποιείτο στην υφαντική) από την Ελευσίνα, με παράσταση Αμαζόνας που σαλπίζει. Η επιγραφή, που χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., αποτελείται από τις συλλαβές (σύμβολα) ΤΟ, ΤΗ, ΤΟ, ΤΟ, ΤΕ, και φαίνεται ότι καταγράφει τον σκοπό του σαλπίσματος της Αμαζόνας.

Αρχικά η διδασκαλία της μουσικής γινόταν μέσω της προφορικής παράδοσης. Γύρω στο 470 π.Χ., όμως, οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν την παρασημαντική, την πρώτη μουσική γραφή του κόσμου. Πρόκειται για ένα σύστημα που είχε ως σύμβολα τα γράμματα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου, καθώς και τα σημεία στίξεως. Χρησιμοποίησαν τόνους, αποστρόφους, γράμματα πλάγια, ορθά, διπλά, μισά ή ελλειπτικά και δημιούργησαν περίπου 1600 σημεία. Κατέγραψαν με αυτά τα σημεία τη μουσική κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον ασφαλή, θα λέγαμε, τρόπο μετάδοσής της.

Η χρήση της μουσικής στους αρχαίους χρόνους ήταν πολυδιάστατη και είχε άμεση σχέση με την ποίηση και τον χορό. Ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, κρουστά και έγχορδα συνόδευαν κάθε είδος λατρευτικού χορού. Από τον Όμηρο μαθαίνουμε ότι οι αοιδοί απάγγειλαν τα έπη συνοδεία μουσικής, ενώ η λυρική ποίηση πήρε το όνομά της επειδή η απαγγελία της γινόταν με συνοδεία λύρας.
Η μουσική συνδέθηκε στενά με τη θρησκεία. Μέχρι και την κλασική περίοδο, άλλωστε, οι περισσότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις εντάσσονταν στο πλαίσιο θρησκευτικών τελετών. Στις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες εορτές (Ολύμπια, Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια), διοργανώνονταν όχι μόνον αθλητικοί αλλά και μουσικοί αγώνες προς τιμή του Διός, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα. Μουσικοί αγώνες τελούνταν και σε μικρότερης εμβέλειας εορτές, όπως π.χ. τα Παναθήναια. Αναπόφευκτα, οι πιο διαδεδομένοι τύποι τραγουδιών ήταν θρησκευτικοί: ο διθύραμβος, αφηγηματικό τραγούδι προς τιμή του θεού Διονύσου, και ο παιάνας, το ιερό άσμα του θεού Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, από τον διθύραμβο γεννήθηκε το αρχαίο δράμα και η τραγωδία.

Η μουσική, όμως, συνόδευε και πολλές άλλες κοινωνικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, υπήρχαν ειδικές μουσικές συνθέσεις για τον πόλεμο καθώς και για ομαδικές επαγγελματικές εργασίες. Στα συμπόσια, οι αυλητρίδες διασκέδαζαν τις ανδρικές παρέες παίζοντας μουσική και τραγουδώντας. Ιδιαίτερο ρόλο έπαιζε η μουσική και στον ιδιωτικό βίο των αρχαίων Ελλήνων. Με τραγούδια εκδηλωνόταν το συναίσθημα της αγάπης. Τραγούδια συνόδευαν την προετοιμασία για τον γάμο, τη γαμήλια πομπή και την άφιξη στο σπίτι του γαμπρού (γαμήλιο εμβατήριο). Τα παιδιά άκουγαν νανουρίσματα από τη βρεφική τους ηλικία και μάθαιναν ιστορίες από τα τραγούδια που τους έλεγε η μητέρα τους ή η τροφός. Τέλος, η μουσική συνόδευε τους ανθρώπους που έφευγαν από τη ζωή. Συγγενείς, φίλοι ή και επαγγελματίες θρηνωδοί μοιρολογούσαν τους νεκρούς με τραγούδια (θρήνος, έλεγος, επικήδειο μέλος).


Μουσικά όργανα

Το πιο γνωστό μουσικό όργανο της αρχαίας Ελλάδας ήταν η κιθάρα, που αναφέρεται ήδη στα ομηρικά έπη. Η κιθάρα –όπως η φόρμιγξ– είχαν ξύλινα ηχεία και χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο από επαγγελματίες μουσικούς. Άλλα διαδεδομένα έγχορδα ήταν η λύρα, που σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση ήταν το μουσικό όργανο του θεού Απόλλωνα, και μια μεγαλύτερη παραλλαγή της, η βάρβιτος. Η λύρα και η βάρβιτος είχαν ηχείο από κέλυφος χελώνας και μπορούσαν να παιχθούν και από ερασιτέχνες μουσικούς.

Από τα πνευστά, το πιο συνηθισμένο ήταν ο απλός ή διπλός αυλός, που συνόδευε μεταξύ άλλων τις λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμή του θεού Διονύσου. Άλλο πνευστό ήταν η σύριγξ του Πανός, ένα πολυκάλαμο όργανο που την αποτελούσαν άλλοτε ανισομήκη και άλλες φορές ισομήκη καλάμια. Υπήρχαν, επίσης, η σάλπιγγα και το κέρας.

Τέλος, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν διαφόρων ειδών κρουστά, όπως κύμβαλα, κρόταλα, σείστρα και τύμπανα.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Γραφή

• Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο 1999: Ιστορία της ελληνικής γλώσσας (Αθήνα)

• Επιγραφικό Μουσείο 2002: H ελληνική γραφή (Αθήνα)

• Σιγάλας Α. 1974: Ιστορία της ελληνικής γραφής (Θεσσαλονίκη)

• Hooker J.T. (επιμ.) 1993: Reading the Past. Ancient Writing from Cuneiform to the Alphabet (London)

• Hooker J.T. 1991: Linear B: An Introduction (Bristol)

• Jeffery L. 1990: The Local Scripts of Archaic Greece (Oxford)

• Kirchhoff A. 1887: Studien zur Geschichte des griechischen Alphabets (Gütersloh)

• Packard D. 1974: Minoan Linear A (Berkeley)

• Ventris M. – Chadwick J. 1973: Documents in Mycenaean Greek (Cambridge)

• Woodhead A.G. 1967: The Study of Greek Inscriptions (Cambridge)

Μουσική

• Μιχαηλίδης Σ. 1982: Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής (Αθήνα)

• Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2007: Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα (Αθήνα)

• Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.2003: Μουσών Δώρα. Μουσικοί και χορευτικοί απόηχοι από την αρχαία Ελλάδα, Musées royaux d’ Art et d’ Histoire – Musée du Cinquantenaire, Βρυξέλλες 26.02.2003 – 25.05.2003, Υπουργείο Πολιτισμού (Αθήνα)

• Barker A. 1989: Greek Musical Writings: Volume 1. The Musician and his Art (Cambridge)

• Landels J.G. 1999: Music in Ancient Greece and Rome (London-New York)

• Pohlemann W. – West M.L. 2001: Documents of Ancient Greek Music: The Extant Melodies and Fragments (Oxford)

• West M.L. 2004: Αρχαία ελληνική μουσική (Αθήνα)