Έθιμα Ταφής

Η πρόθεση και ο θρήνος

Το ταφικό τελετουργικό, η κηδεία, περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια που απαντούν στους ιστορικούς χρόνους και μάς είναι γνωστά από την περιγραφή της ταφής του Πατρόκλου στην Ιλιάδα του Ομήρου και τις παραστάσεις στην τέχνη: την πρόθεση, την εκφορά, και τον ενταφιασμό.

Η πρόθεσις, δηλαδή η έκθεση του νεκρού σε αυτό που θα λέγαμε «προσκύνημα», γινόταν μέσα στο σπίτι του και διαρκούσε μία ημέρα. Ο νεκρός τοποθετούνταν πάνω σε μια κλίνη με τα πόδια προς την πόρτα του σπιτιού και με το κεφάλι ξεσκέπαστο. Όταν ήταν απαραίτητο, η κάτω σιαγόνα του νεκρού δένονταν με ταινίες από δέρμα ή ύφασμα –γνωστές ως ὀθόναι ή ὀθόνια– ώστε το στόμα να παραμένει κλειστό. Στην Οδύσσεια (λ 424-426), ο Αγαμέμνονας αναφερόμενος στην Κλυταιμνήστρα διαμαρτύρεται:
…ἡ δὲ κυνῶπις
νοσφίσατ᾿, οὐδέ μοι ἔτλη ἰόντι περ εἰς Ἀίδαο
χερσὶ κατ᾿ ὀφθαλμοὺς ἑλέειν σύν τε στόμ᾿ ἐρεῖσαι
…κι η σκύλα
εκεί με άφησε, κι ουδέ, στον Κάτω Κόσμο ως διάβαινα,
έδειξε έλεος σφαλίζοντάς μου με τα χέρια της τα μάτια και το στόμα.

Η πρόθεση εικονίζεται ήδη στις μυκηναϊκές σαρκοφάγους και αργότερα, τον 8ο αιώνα, στη γεωμετρική αγγειογραφία: ο νεκρός είναι τοποθετημένος πάνω σε μια ψηλή κλίνη και συχνά σκεπασμένος με ύφασμα –που ορισμένες φορές φαίνεται σαν να αιωρείται από πάνω του– πλαισιωμένος από θρηνωδούς. Η παρουσία ενός αγγείου κάτω από την κλίνη πιθανότατα παραπέμπει στο λουτρό του νεκρού, για το οποίο υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι γυναίκες του οίκου. Οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερο ρόλο σε όλη την προετοιμασία του νεκρού και γενικά στο τελετουργικό του θανάτου: εκτός του λουτρού, εκείνες ντύνουν και στολίζουν τον νεκρό, διαδικασία που συντελεί στον καθαρμό του. Οι επισκέπτες που ερχόταν στο προσκύνημα του νεκρού εάν ήταν άνδρες συνήθως δεν πλησίαζαν κοντά στην κλίνη, και όπως βλέπουμε στις παραστάσεις ύψωναν το χέρι τους σε ένα χαιρετισμό προς τον νεκρό.

Το νεκρό σώμα θεωρείτο πηγή μιάσματος. Η πίστη αυτή είναι προφανής και από το γεγονός ότι απαγορευόταν να πεθάνει κάποιος μέσα σε ιερό χώρο, ναό ή τέμενος καθώς ακόμη και οι θεοί μιαίνονταν. Οι συγγενείς του νεκρού και όλοι όσοι μετείχαν στην κηδεία, ιδιαίτερα στην πρόθεση, και ερχόταν έτσι σε επαφή με το νεκρό σώμα ήταν φορείς μιάσματος και έπρεπε να καθαρθούν με τελετουργίες. Καθαρτικό ρόλο και προστασία από το μίασμα είχαν ένα ἀρδάνιον με νερό που τοποθετούνταν έξω από το σπίτι και οι λήκυθοι που εικονίζονται γύρω από την νεκρική κλίνη.

Ανάλογα με το φύλο, την ηλικία αλλά κυρίως με την οικονομική και κοινωνική θέση της οικογένειας, ο νεκρός μπορεί να έφερε μόνο το σάβανό του –συνήθως λευκού χρώματος– ή να στολιζόταν με κοσμήματα χρυσά, αργυρά, χάλκινα και σιδερένια. Στη Σπάρτη, ανεξαρτήτως θέσης και αξιώματος, ο νεκρός ντυνόταν τη φοινίκη, ένα απλό κόκκινο στρατιωτικό ένδυμα, και σκεπαζόταν με φύλλα ελιάς.

Περισσότερες λεπτομέρειες για την πρόθεση μάς προσφέρουν οι παραστάσεις των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων όπως αυτές που απαντούν σε λουτροφόρους, μεγάλα αγγεία με στενό, υψηλό λαιμό που χρησιμοποιούνταν για το λουτρό του νεκρού, οι νεκρικοί πήλινοι πίνακες που εμφανίζονται για πρώτη φορά στους αρχαϊκούς χρόνους και τοποθετούνται πάνω στα ταφικά μνημεία, και δύο τύποι αγγείων που κατασκευάζονταν για αποκλειστικά ταφική χρήση: οι φορμίσκοι και οι λευκές ληκύθοι.

Ένα από τα στοιχεία του ταφικού τελετουργικού που φαίνεται ότι μένει αναλλοίωτο στο χρόνο είναι η απεικόνιση του θρήνου για τον νεκρό. Από τις μορφές των θρηνωδών στις μυκηναϊκές σαρκοφάγους της Τανάγρας και τα πήλινα γυναικεία ειδώλια που κοσμούν τα χείλη λεκανών στην μυκηναϊκή Περατή της Αττικής και την Ιαλυσό της Ρόδου, στις γραπτές και πήλινες θρηνωδούς των γεωμετρικών-αρχαϊκών χρόνων και τις κομψές παρουσίες των λευκών ληκύθων της κλασικής εποχής, η χειρονομία του θρήνου εικονίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: τα δύο χέρια υψώνονται στο κεφάλι σε αυτό που απαντά στη βιβλιογραφία ως «παραδοσιακή γυναικεία χειρονομία θρήνου». Στην αρχαιότητα ήταν συχνό το φαινόμενο η οικογένεια του νεκρού να προσλαμβάνει «επαγγελματίες» θρηνωδούς οι οποίες έλεγαν θρηνητικά τραγούδα, έτιλλαν την κόμη, δηλαδή μαδούσαν τα μαλλιά τους ή έγδερναν τα μάγουλά τους σε ένδειξη υπέρτατης οδύνης.

Τέτοιες σκηνές περιγράφονται από τον Όμηρο στις ταφές του Πατρόκλου και του Έκτορα όπου η Βρυσηίδα στην πρώτη περίπτωση και η Ανδρομάχη στη δεύτερη θρηνούν για τον νεκρό αφρόντιστες. Έντονο είναι και στις δύο αυτές περιπτώσεις το στοιχείο της υπερβολής τόσο ως προς τον ίδιο τον θρήνο όσο και ως προς την διάρκειά του· η πρόθεση και ο θρήνος για τον Αχιλλέα διαρκούν 17 ολόκληρες ημέρες (Οδύσσεια, ω 63-64) και για τον Έκτορα 9 (Ιλιάδα, Ω 784-785).

Η υπερβολή στις εκδηλώσεις που σχετίζονται με το ταφικό τελετουργικό υπήρχαν όμως και στην πραγματικότητα της αρχαίας πόλης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που συχνά οδήγησαν στην ανάγκη επιβολής νομοθεσιών για τον περιορισμό της. Εξέχουσα η νομοθεσία που αποδίδεται στον Σόλωνα ή τον Κλεισθένη για την Αθήνα (6ος αιώνας π.Χ.) η οποία επεχείρησε να μειώσει τις επιδεικτικές ταφές των πλούσιων οικογενειών, θέτοντας όριο τόσο στην όψη και την πολυτέλεια του ταφικού μνημείου, όσο και στα υπόλοιπα στάδια της ταφής με τον περιορισμό του αριθμού των γυναικών που συμμετείχαν στην εκφορά, άρα και στον θρήνο, στις συγγενείς πρώτου βαθμού. Σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, ο θρήνος έπρεπε να διαρκεί μόνο μία ημέρα. Αντίστοιχες διατάξεις για τον περιορισμό του θρήνου γνωρίζουμε και από άλλες πόλεις, λ.χ. την νομοθεσία της Ιουλίδος, πόλης στην ενδοχώρα της Κέας (5ος αι. π.Χ.), αλλά και από επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ. από το νησί της Θάσου.

Η εκφορά και ο ενταφιασμός
Η εκφορά, δηλαδή η τελετουργική μεταφορά του νεκρού από τον χώρο της πρόθεσης στον χώρο της ταφής, γινόταν την τρίτη ημέρα του θανάτου και εικονίζεται ήδη στη γεωμετρική αγγειογραφία, αν και σπανιότερα από την πρόθεση· ο νεκρός είναι τοποθετημένος πάνω σε άμαξα και εκτός από τις θρηνωδούς η πομπή αποτελείται και από άνδρες ορισμένες φορές οπλισμένους. Στο μοναδικό πήλινο ομοίωμα εκφοράς του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας που παρουσιάζει σκηνή εκφοράς, το ύφασμα-πώμα που καλύπτει την κλίνη σηκώνεται αποκαλύπτοντας το ομοίωμα του νεκρού. Στους δύο μελανόμορφους σκύφους του 510-500 π.Χ. από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας βλέπουμε εξαιρετικά απεικονισμένη την εκφορά: στον ένα ο νεκρός μεταφέρεται στα χέρια ενώ στον άλλο πάνω σε άμαξα που σέρνουν μουλάρια.

Σύμφωνα με τη σολώνεια νομοθεσία η πομπή προς το νεκροταφείο έπρεπε να ακολουθεί δευτερεύουσες οδούς, να είναι ήσυχη και να βγαίνει έξω από την πόλη πριν την ανατολή του ήλιου. Οι άντρες προηγούνται και οι γυναίκες ακολουθούν, ενώ περιορισμοί υπήρχαν ακόμη και στα ενδύματα που έπρεπε να φορούν οι γυναίκες που ακολουθούσαν την εκφορά.

Η στιγμή του ενταφιασμού είναι σπανιότατη στην εικονογραφία. Η λουτροφόρος του ζωγράφου της Σαπφούς του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας έχει μια τέτοια σπάνια παράσταση: διακρίνονται καθαρά οι μορφές που με τα χέρια σηκωμένα ψηλά ετοιμάζονται να πιάσουν το φέρετρο και να το τοποθετήσουν μέσα στον λάκκο. Λόγω του ευπαθούς τους υλικού τόσο οι ξύλινες κλίνες όσο και τα φέρετρα δεν σώζονται εύκολα. Η παρουσία τους μαρτυρείται από τα σωζόμενα καρφιά ή τα διακοσμητικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά ήταν πήλινα ή οστέινα, όπως τα παραδείγματα που εκτίθενται εδώ από τάφους της Πιερίας, είτε χρυσά και οστέϊνα, όπως η περίφημη διακόσμηση της κλίνης που εντοπίστηκε στον «Τάφο του Φιλίππου» στη Βεργίνα.

Από την άλλη πλευρά, η χρήση λίθου ή μαρμάρου για την κατασκευή σαρκοφάγων ή οστοθηκών, που εμφανίζονται ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ., επέτρεψε την άριστη διατήρηση τέτοιων αντικειμένων, όπως της μαρμάρινης λειψανοθήκης του Μουσείου Κανελλοπούλου, που είναι κατάκοσμη από ανάγλυφες μορφές και φυτικά μοτίβα.

Μολονότι οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη στιγμή της ταφής είναι λίγες, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι μετά το σκέπασμα του τάφου ακολουθούσαν χοές για τον νεκρό και τους θεούς του Κάτω Κόσμου και μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εκφέρονταν κάποια λόγια ή κάποιου είδους προσευχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω ή πλάι στο ταφικό μνημείο τοποθετούνταν πήλινα αγγεία που από κατασκευής δεν είχαν πυθμένα· με τον τρόπο αυτό δεν συγκεντρώνονταν στον εσωτερικό τους τα νερά της βροχής ενώ ταυτόχρονα οι χοές που χύνοντας εντός τους περνούσαν μέσα από το αγγείο κατευθείαν στο χώμα.

Το τελετουργικό της κηδείας έληγε με το περίδειπνο, δηλαδή ένα τραπέζι στο σπίτι του νεκρού ή κάποιου συγγενή του. Τις επόμενες ημέρες ακολουθούσαν οι προσφορές στον τάφο σε καθορισμένα διαστήματα, με σημαντικότερα τα τρίτα και τα ἔνατα αλλά και τα τριακοστία οπότε και έληγε επίσημα το πένθος.