ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΧΑΛΚΟΣ & ΕΜΠΟΡΙΟ

Η Κύπρος ήταν γνωστή κατά την αρχαιότητα για τα πλούσια κοιτάσματα χαλκού. Μάλιστα η λατινική ονομασία cuprium για τον χαλκό προέρχεται από την έκφραση “Cuprium aes”, που σημαίνει «μέταλλο της Κύπρου».

Ο κυπριακός χαλκός

Τα μεγαλύτερα αποθέματα χαλκού βρίσκονται στις βόρειες και βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Τρόοδος ενώ μικρότερα αποθέματα υπάρχουν στο νότιο τμήμα του νησιού. Οι πρωιμότερες ενδείξεις συστηματικής εκμετάλλευσης χαλκοφόρων κοιτασμάτων προέρχονται από τα μεταλλεία της Αμπελικού, δυτικά της Λευκωσίας, και χρονολογούνται στο 19ο αι. π.Χ.

Χάλκινα αντικείμενα είναι γνωστά στην Κύπρο ήδη από το 4000 π.Χ. αν και ο αριθμός τους παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος μέχρι το 2500 π.Χ.. Πρόκειται κυρίως για εργαλεία που έχουν κατασκευαστεί από καθαρό χαλκό ή από κράμα χαλκού με αρσενικό. Η περιορισμένη διάδοσή τους δικαιολογεί το όνομα της περιόδου ως Χαλκολιθικής, αφού η πλειονότητα του εργαλειακού εξοπλισμού εξακολουθεί να παράγεται από σκληρούς λίθους, ενδέχεται δε τα λίγα μετάλλινα αντικείμενα της περιόδου να είχαν εισαχθεί από τη Μικρά Ασία ή την Εγγύς Ανατολή.

Συστηματικότερη άσκηση της μεταλλουργίας μαρτυράται μόνον κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.), όταν αυξάνεται ο αριθμός και η τυπολογία των χάλκινων αντικειμένων, που αποδεδειγμένα κατασκευάζονταν από ντόπιο χαλκό. Παραμένει πάντως αδιευκρίνιστο πώς έμαθαν οι Κύπριοι να κατασκευάζουν κράματα χαλκού αρχικά με αρσενικό και, αργότερα (γύρω στο 2000 π.Χ.), με κασσίτερο (ορείχαλκος). Ίσως η νέα τεχνολογία εισήχθη στην Κύπρο από πρόσφυγες που ήλθαν στο νησί από τη Μικρά Ασία μετά από αναταραχές που φαίνεται ότι σημειώθηκαν στην περιοχή στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και συγκεκριμένα γύρω στο 2700/2600 π.Χ.

Μέχρι το 1600 π.Χ. οι Κύπριοι μεταλλουργοί κατάφεραν να αναπτύξουν τη δική τους παράδοση στην κατασκευή χάλκινων όπλων και εργαλείων (χαρακτηριστικές αιχμές δοράτων και εγχειρίδια με αγκιστροειδή στελέχη προσαρμογής, ξίφη, αιχμές βελών, πελέκεις, σμίλες, τρυπάνια, περόνες, τριχολαβίδες, ξυράφια, κ.ά.) και να οργανώσουν με μεθοδικό τρόπο την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου του νησιού. Ήδη από τον 17ο αι. π.Χ., πινακίδες με επιγραφές στα ακκαδικά καθώς και άλλες γραπτές πηγές και αρχεία από την Αίγυπτο, τη Μικρά Ασία και τη συροπαλαιστινιακή ακτή, αναφέρουν μία χαλκοπαραγωγό χώρα που ονομάζεται Αλασία, η οποία προμηθεύει με χαλκό τις χώρες αυτές σε αντάλλαγμα για πολυτελή αντικείμενα. Οι περισσότεροι μελετητές ταυτίζουν την Αλασία με την Κύπρο.

Η Κύπρος διατήρησε το ρόλο της ως σημαντικού κέντρου μεταλλοτεχνίας και διακίνησης χαλκού και μετά το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (περ. 1050 π.Χ.), παρά την εμφάνιση του ανθεκτικότερου σιδήρου, που θα χρησιμοποιούνταν στο εξής κυρίως για την κατασκευή όπλων και εργαλείων. Νέες τεχνικές εισήχθησαν στο νησί από το Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή (όπως η κατεργασία λεπτών φύλλων χαλκού και η χύτευση με την τεχνική του «χαμένου κεριού») οδηγώντας σε περαιτέρω άνθιση της μεταλλουργίας και του εμπορίου. Σε αυτό φαίνεται ότι συνέβαλλε και η ίδρυση φοινικικής αποικίας στο Κίτιον κατά τον 9ο αι. π.Χ. καθώς και η ασσυριακή και περσική κυριαρχία από τα τέλη του 8ου έως τα τέλη του 4ου αι. π.Χ.

Τα χαρακτηριστικότερα προϊόντα της κυπριακής μεταλλουργίας κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ήταν οι χάλκινοι λέβητες και οι τριποδικοί ή τετράπλευροι υποστάτες που διακοσμούνταν με την περίτμητη τεχνική. Ειδώλια, πόρπες, υποκρητήρια, διαφόρων ειδών εργαλεία, αντικείμενα καλλωπισμού αλλά και χυτά αγάλματα συμπληρώνουν την εντυπωσιακή γκάμα των κυπριακών χάλκινων τεχνέργων της περιόδου.

Ο χαλκός της Κύπρου, σε συνδυασμό με τη στρατηγική θέση του νησιού, αποτελούσε πάντοτε πόλο έλξης για τις μεγάλες εμπορικές δυνάμεις της Μεσογείου. Τόσο οι Πτολεμαίοι διοικητές της Κύπρου (295-30 π.Χ.) όσο και οι Ρωμαίοι κατακτητές (30 π.Χ. – 395 μ.Χ.) εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τον ντόπιο ορυκτό πλούτο και κατέστησαν το νησί κέντρο μεγάλης κλίμακας παραγωγής και διακίνησης χάλκινων αντικειμένων. Κατά την εποχή αυτή, ωστόσο, επικρατούν κοινά καλλιτεχνικά ρεύματα και παρατηρείται μια τάση ομογενοποίησης της παραγωγής, έτσι ώστε τα προϊόντα της κυπριακής μεταλλοτεχνίας δεν ξεχωρίζουν από αυτά της υπόλοιπης Μεσογείου.

Το εμπορικό σταυροδρόμι

Ο φυσικός πλούτος της Κύπρου και η θέση της στο σταυροδρόμι σημαντικών θαλάσσιων δρόμων της ανατολικής Μεσογείου, ευνόησαν τον εμπορικό ρόλο του νησιού κατά την αρχαιότητα. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές χαλκού του αρχαίου κόσμου καθώς και ξυλείας για την ναυπήγηση πλοίων αλλά και σιτηρών. Για τον πλούτο της Κύπρου ο Στράβων λέγει ότι «ουδεμίας των νήσων λείπεται» και δε διστάζει να τη συγκρίνει με την Αίγυπτο.

Περιορισμένης έκτασης επαφές με άλλες περιοχές βεβαιώνονται ήδη από τη Νεολιθική εποχή μέσω της παρουσίας υλικών που δεν είναι γηγενή στην Κύπρο και πιθανότατα εισάγονταν από την Μικρά Ασία, όπως ο οψιανός και ο κορναλίνης λίθος, αλλά και ενός είδους κεραμικής (του λεγόμενου «Πολιτισμού της Σωτήρας»), που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την κεραμική περιοχών της Συρίας και της Κιλικίας. Σποραδικές παραμένουν οι επαφές και κατά την Χαλκολιθική περίοδο. Η εμφάνιση των πρώτων αντικειμένων από χαλκό πιστοποιεί σχέσεις με περιοχές της Εγγύς Ανατολής όπου είχε ήδη αναπτυχθεί η μεταλλουργία, ενώ ορισμένα αντικείμενα από κορναλίνη, ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή, μάρμαρο και οψιανό υποδηλώνουν ενδεχομένως σχέσεις με την Αίγυπτο και τη συροπαλαιστινιακή ακτή.

Το δίκτυο επαφών επεκτείνεται σημαντικά κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Εισάγεται κεραμική από τη Συρία, ψήφοι από φαγεντιανή και αλάβαστρο από την Αίγυπτο, ενώ η ντόπια κεραμική εξακολουθεί να δέχεται επιδράσεις από τη Μικρά Ασία. Κατά την επόμενη περίοδο ξεκινούν οι επαφές με το Αιγαίο. Σε τάφους των αρχών της Μέσης Εποχής του Χαλκού έχουν βρεθεί μινωικά χάλκινα τέχνεργα καθώς και κεραμική, αν και τα κυπριακά αντικείμενα που έχουν βρεθεί αντιστοίχως στην Κρήτη είναι ελάχιστα. Ωστόσο, κυπριακή κεραμική εξάγεται σε θέσεις της Συροπαλαιστίνης (Μεγιδώ, Ιεριχώ, Ασκαλώνα, Ugarit και Alalakh) αλλά και στην ενδοχώρα της Ιορδανίας. Εμπορική επικοινωνία υπήρχε και με την Αίγυπτο (Tell el D’aba), κυρίως εξαγωγή χαλκού, ενώ αγγεία του αιγυπτιακού ρυθμού Τell el Yahudiyeh έχουν βρεθεί σε κυπριακές ταφές.

Από τις αρχές της Ύστερης Εποχή του Χαλκού (17ος αι. π.Χ.) παρατηρείται ενταντικοποίηση των επαφών με την Ανατολή και μια γενικότερη άνθιση του εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό φαίνεται ότι συνέβαλε η pax aegyptiaca («αιγυπτιακή ειρήνη»), που επικράτησε από τα μέσα του 16ου αι. π.Χ., μετά την εκδίωξη της δυναστείας των Υξώς από την Αίγυπτο και την ίδρυση του Νέου Βασιλείου. Την περίοδο αυτή η Κύπρος εξάγει χαλκό σε αντάλλαγμα για εξωτικά υλικά και αντικείμενα πολυτελείας (χρυσά κοσμήματα, ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή, πολύτιμους λίθους). Κείμενα από το Mari της Συρίας, που χρονολογούνται στον 18-17ο αι. π.Χ., δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τη οργάνωσή του δικτύου εμπορικών ανταλλαγών. Κυπριακή κεραμική της περιόδου έχει βρεθεί σε θέσεις της βόρειας Συρίας (Ugarit, Alalakh), της συροπαλαιστινιακής ακτής (Γάζα, Tell el Ajjul) και της Αιγύπτου.

Από το β΄ μισό του 15ου αι. π.Χ. εντείνονται και οι εισαγωγές αιγαιακών αντικειμένων στο νησί για να φθάσουν στην κορύφωσή τους κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ., όταν παρατηρείται εισροή άφθονης διακοσμημένης μυκηναϊκής κεραμικής στην Κύπρο. Σε πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής από την Κνωσό και την Πύλο αναφέρεται το επίθετο ku-pi-ri-jo (= Κύπριος), ως δηλωτικό της προέλευσης διαφόρων προϊόντων, όπως λάδι, μαλλί και πιθανόν κολίανδρος, που φυλάσσονταν στις αποθήκες των ανακτόρων. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να αντάλλασσαν και άλλα αγροτικά προϊόντα, ξυλεία και βέβαια χαλκό. Σε αρκετές αιγαιακές θέσεις έχουν βρεθεί εξαιρετικά δείγματα κυπριακής μεταλλοτεχνίας του 13ου αι. π.Χ. όπως οι περίφημοι τρίποδες και τετράπλευροι υποστάτες που, τουλάχιστον στην Κρήτη, συνεχίζουν έως και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.

Η Ύστερη Εποχή του Χαλκού ήταν περίοδος έντονης ανάπτυξης του εμπορίου μετάλλων. Τάλαντα (ακατέργαστες πλάκες) χαλκού και κασσίτερου διακινούνταν από τη συροπαλαιστινιακή ακτή έως τη Μαύρη Θάλασσα και την Κρήτη. Από το 1400 π.Χ. και εξής, πολλά από τα χάλκινα τάλαντα ήταν κυπριακής προέλευσης. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι κυπριακός χαλκός έφτανε στην Κρήτη από το λιμάνι του Κομμού, ενώ στη Χάιφα έχουν βρεθεί και τάλαντα κασσίτερου με κυπρομινωική γραφή. Επί πλέον πληροφορίες για τη διακίνηση αγαθών κατά την περίοδο αυτή μάς δίνουν τα ευρήματα δύο ναυαγίων, του Ulu Burun του 14ου αι. π.Χ. και της Χελιδονίας άκρας του 12ου αι. π.Χ., στις ΝΔ ακτές της Μ. Ασίας. Τα φορτία των πλοίων περιείχαν μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών (χαλκό, κασσίτερο, γυαλί, ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή, ακόμη και ξυλεία), αντικείμενα πολυτελείας (κοσμήματα, σφραγιδόλιθους, σκαραβαίους), αποθηκευτικά αγγεία και διακοσμημένη κεραμική και είχαν διάφορους τόπους προέλευσης: Αίγυπτο, Χαναάν, Συρία, Κύπρο, Αιγαίο. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των χάλκινων ταλάντων προερχόταν από την Κύπρο.

Μετά τις καταστροφές που σημάδεψαν το τέλος της Εποχής του Χαλκού σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο (περ. 1200 π.Χ.) η Κύπρος κατάφερε να διατηρήσει κάποιες επαφές τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση. Την περίοδο αυτή μάλιστα αναπτύσσει σχέσεις με τη Σαρδηνία, επίσης σημαντικό κέντρο μεταλλουργίας της Μεσογείου, όπως αποδεικνύουν οι κυπριακοί τρίποδες που βρέθηκαν σε αρχαιολογικά στρώματα του 11ου και 10ου αι. π.Χ.

Κατά την Κυπρο-Γεωμετρική περίοδο, οι στενότερες επαφές είναι με τη συροπαλαιστινιακή ακτή, σταδιακά όμως εντατικοποιούνται και οι σχέσεις με το Αιγαίο, κυρίως με την Κρήτη, την Αττική και την Εύβοια. Η Εύβοια είχε σιδηρομεταλλεύματα, τα οποία φαίνεται ότι ενδιέφεραν τους Κύπριους την περίοδο αυτή και τα αντάλλασσαν με χαλκό. Η ίδρυση φοινικικής αποικίας στο Κίτιον τον 9ο αι. π.Χ. δίνει νέα ώθηση στο εμπόριο και τότε παρατηρείται αύξηση της εισαγόμενης κεραμικής τόσο από την Ανατολή όσο και από το Αιγαίο. Κατά τον 8ο αι. π.Χ. Κύπριοι και Ευβοείς δραστηριοποιούνται μαζί με τους Φοίνικες στους εμπορικούς σταθμούς της συροπαλαιστινιακής ακτής.

Η Κύπρος γνωρίζει μία νέα περίοδο ευημερίας και επέκτασης των εμπορικών της δραστηριοτήτων κατά την Κυπρο-Αρχαϊκή περίοδο (750-480 π.Χ.). Οι επαφές με τη συροπαλαιστινιακή ακτή διατηρούνται αμείωτες, ενώ τώρα αυξάνονται οι ανταλλαγές με την Αίγυπτο και οι εξαγωγές κυπριακών αγαθών προς το Αιγαίο, κυρίως τις πόλεις της Ιωνίας, τη Ρόδο, τη Σάμο και την Εύβοια. Η ανεύρεση κυπριακών αναθηματικών γλυπτών σε ελληνικά ιερά της περιόδου αλλά και σε θέσεις της συροπαλαιστινιακής ακτής και στη Ναύκρατη της Αιγύπτου μαρτυρά την παρουσία Κυπρίων εμπόρων (ή τεχνιτών) σε κάθε γωνιά της ανατολικής Μεσογείου.

Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. η Κύπρος, υπό περσική κατοχή πλέον, θα έρθει σε στενότερη επαφή με τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας (επίσης υπό περσική κατοχή) αλλά και την Αθήνα, που την περίοδο εκείνη εξελισσόταν σε μεγάλη εμπορική δύναμη.

Κατά την Κυπρο-Κλασική περίοδο (480-325 π.Χ.) αυξάνονται σημαντικά οι εισαγωγές αττικής κεραμικής, την οποία μιμούνται και οι Κύπριοι αγγειοπλάστες, ενώ δεν λείπουν και οι εισαγωγές αττικών γλυπτών. Ταυτόχρονα, πάντως, διατηρούνται οι στενές επαφές με τη γειτονική συροπαλαιστινιακή ακτή.

Η Κύπρος της Ελληνιστικής περιόδου εξελίσσεται σε μεγάλο εμπορικό κέντρο διακίνησης χαλκού, ξυλείας και σιτηρών και απολαμβάνει ευνοϊκές οικονομικές σχέσεις τόσο με την Ανατολή όσο και με το Αιγαίο. Το κοσμοπολίτικο πνεύμα που διακρίνει την τέχνη της περιόδου ασκεί επίδραση και στην Κύπρο. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο διατηρεί τον ρόλο της ως σημαντικού εμπορικού κέντρου για την ανατολική Μεσόγειο, αν και πλέον είναι πλήρως ενταγμένη στο αυτοκρατορικό σύστημα οικονομίας. Η ενοποίηση του μεσογειακού κόσμου υπό ρωμαϊκή διοίκηση διευρύνει σημαντικά τα δίκτυα εμπορικών επαφών με αποτέλεσμα την αύξηση των συναλλαγών αλλά και την σταδιακή ομογενοποίηση των πολιτιστικών ιδιωμάτων. Στα κυπριακά εργαστήρια, για παράδειγμα, παράγεται μία ερυθροβαφής κεραμική που εξάγεται σε κέντρα της Ανατολής κατά τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ παράλληλα εισάγονται αγγεία από την Καμπανία της νότιας Ιταλίας, από την Ταρσό της Κιλικίας και από την Αίγυπτο. Κυπριακά γυάλινα σκεύη (κυρίως αρωματοδόχα) εξάγονται μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, τον ελλαδικό χώρο και τη βόρειο Ιταλία. Τα εργαστήρια μεταλλοτεχνίας, κοσμηματοτεχνίας και γλυπτικής παραμένουν ιδιαίτερα δραστήρια, αλλά τα κυπριακά προϊόντα είναι δύσκολο να ταυτιστούν λόγω της ομοιότητάς τους με τις δημιουργίες άλλων περιοχών.

Βέβαια, εκτός από τα προϊόντα που αφήνουν υλικά κατάλοιπα, υπάρχουν και εκείνα που δεν διατηρούνται στο χρόνο, όπως επίσης τέχνες και δεξιότητες που δύσκολα αναγνωρίζονται αρχαιολογικά. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι στο νησί άκμασε η υφαντική τέχνη, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας, επαινεί ο Πολυδεύκης και ξεχωρίζει ο Τριβέλλιος Πολλίων. Από παλαιοτάτων, επίσης χρόνων άκμασε η ξυλουργική, ενώ ο Πλίνιος και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρονται στην αρίστη ναυπηγική της νήσου. Γνωρίζουμε, τέλος, ότι η Κύπρος παρήγε εξαίρετα αρώματα, όπως επίσης καλής ποιότητας λάδι και κρασί ήδη από την Μέση Εποχή του Χαλκού. Είναι ιδιαίτερα πιθανόν ότι όλα αυτά τα προϊόντα διακινούνταν επίσης μέσω του εμπορίου, όπως άλλωστε ξέρουμε ότι συνέβαινε και σε άλλους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής για τους οποίους έχουν σωθεί εκτενείς γραπτές μαρτυρίες (π.χ. Μεσοποταμία, Αίγυπτος). Και βέβαια δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι φορείς των αγαθών αλλά και των ιδεών ήταν οι ίδιοι οι ναυτικοί, οι έμποροι και οι τεχνίτες, που ταξιδεύοντας από τόπο σε τόπο έφερναν σε επαφή διαφορετικούς πολιτισμούς, διέδιδαν τη γνώση και συνέβαλαν στη μίξη παραδόσεων και στην πολιτισμική πρόοδο.