ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Εκτός από την αισθητική και ιστορική τους αξία, τα αρχαιολογικά αντικείμενα μάς διδάσκουν πολλά για την αρχαία τεχνολογία. Στην ενότητα αυτή μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για τον τρόπο κατασκευής των βασικών τύπων αντικειμένων που αντιπροσωπεύονται στις συλλογές του μουσείου, τα υλικά και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι τεχνίτες καθώς και τις κυριότερες τεχνικές κατεργασίας.

Συντελεστές

Τεκμηρίωση

Νίκος Παπαδημητρίου, Άκης Γκούμας

Σχέδια

Άκης Γκούμας

Ο πηλός (ή «άργιλος») αποτέλεσε το βασικό υλικό για την κατασκευή αγγείων στην αρχαιότητα. Προέρχεται από τη φυσική διάβρωση πετρωμάτων σε πολύ λεπτά σωματίδια και τα βασικά συστατικά του είναι το αργίλιο, το πυρίτιο και το νερό. Είναι ευρέως διαθέσιμος σε επιφανειακά ή υπόγεια κοιτάσματα, που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους σε καθαρότητα, σύσταση και χρώμα ανάλογα με τις συνθήκες εναπόθεσης. Όταν ψηθεί, ο πηλός γίνεται εξαιρετικά ανθεκτικός και στεγανοποιείται.

Πήλινα αγγεία άρχισαν να κατασκευάζονται από τότε που οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τη νομαδική ζωή και εγκαταστάθηκαν σε μόνιμους οικισμούς. Στη Μεσοποταμία η μετάβαση αυτή τοποθετείται στην 9η χιλιετία π.Χ. ενώ στον χώρο του Αιγαίου στα τέλη της 8ης χιλιετίας. Αρχικά τα αγγεία ήταν χειροποίητα. Γύρω στο 3400 π.Χ., όμως, ανακαλύφθηκε στη Μεσοποταμία ο κεραμικός τροχός που επέτρεπε την κατασκευή πολύ πιο συμμετρικών αγγείων κάθε πιθανού σχήματος. Στο Αιγαίο, η χρήση του κεραμικού τροχού άρχισε στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Τα πήλινα αγγεία χρησίμευαν σε κάθε εκδήλωση της καθημερινής ζωής, από τις οικιακές εργασίες και το εμπόριο μέχρι τη θρησκεία και την ταφή. Τα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη ήταν συνήθως χονδροειδή και ακόσμητα. Εκείνα, όμως, που χρησιμοποιούνταν σε συμπόσια, λατρευτικές ή ταφικές τελετές καθώς και σε εμπορικές συναλλαγές ήταν λεπτοκαμωμένα και έφεραν, κατά κανόνα, πλούσια διακόσμηση. Η κατασκευή τους ήταν μια σύνθετη διαδικασία που περιλάμβανε διάφορα στάδια.

Στάδια παραγωγής
Η διαδικασία παραγωγής και διακόσμησης ενός πήλινου αγγείου μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τόπο σε τόπο. Για την μελέτη της αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας στην αρχαία Ελλάδα, σημαντική βοήθεια προσφέρουν οι παραστάσεις που έχουν αποτυπωθεί πάνω σε πήλινους πίνακες και αγγεία της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Χρησιμοποιώντας απλουστευμένες αποδόσεις των παραστάσεων αυτών μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα βασικά στάδια παραγωγής ενός αγγείου:

• Αρχικά γινόταν η συλλογή της αργίλου (πηλού) από φυσικούς αργιλοφόρους λάκκους. Ακολουθούσε το κοσκίνισμα και το πλύσιμο του υλικού και η προσθήκη προσμίξεων (π.χ. άμμος, άχυρα, όστρεα) για να «δέσει» ο πηλός.
• Ο αγγειοπλάστης τοποθετούσε τον νωπό πηλό πάνω στον κεραμικό τροχό, μια μεγάλη κυκλική πλάκα από λίθο ή ξύλο, την οποία περιέστρεφε δίνοντας στο αγγείο το σχήμα που επιθυμούσε. Στη συνέχεια προσέθετε τις λαβές ή άλλα επίθετα στοιχεία.
• Αφού στέγνωνε το αγγείο, αναλάμβανε δράση ο αγγειογράφος, που απέδιδε τα διακοσμητικά σχέδια και τις μορφές είτε με απλά περιγράμματα είτε με πιο σύνθετες τεχνικές.
• Όταν τελείωνε η διακόσμηση, τα αγγεία τοποθετούνταν σε κεραμικό κλίβανο, όπου ψήνονταν για 6-8 ώρες σε θερμοκρασίες άνω των 900οC. Η παροχή ή όχι οξυγόνου στον κλίβανο δημιουργούσε εναλλαγή οξειδωτικού και αναγωγικού περιβάλλοντος, που βοηθούσε στη σταθεροποίηση των χρωμάτων και το «δέσιμό» τους με τον πηλό.


Μελανόμορφα & Ερυθρόμορφα Αγγεία

Κατά κανόνα, τα αρχαία ελληνικά αγγεία διακοσμούνται πριν από την όπτηση. Οι μορφές και τα υπόλοιπα μοτίβα σχεδιάζονταν και «χρωματίζονταν» όσο ο πηλός ήταν ακόμη νωπός. Με την όπτηση τα «χρώματα» διαπερνούσαν τους πόρους του πηλού και σταθεροποιούνταν – σε αυτό οφείλεται και η καλή τους διατήρηση έως σήμερα.

Οι αρχαίοι κεραμείς, βέβαια, δεν χρησιμοποιούσαν χρωστικές ουσίες για τη διακόσμηση των αγγείων. Αντίθετα, εκμεταλλεύονταν τις χημικές αντιδράσεις των οξειδίων του σιδήρου, που περιέχει ο πηλός, κατά την όπτηση. Τα οξείδια αυτά, έχουν την τάση να αποκτούν ερυθρό χρώμα όταν βρεθούν σε οξειδωτικές συνθήκες καύσης και μελανό όταν βρεθούν σε αναγωγικές συνθήκες (δηλαδή χωρίς παρουσία οξυγόνου).

Αν και οι ιδιότητες των οξειδίων του σιδήρου ήταν γνωστές ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, οι κεραμείς κατανόησαν πλήρως τις τεράστιες δυνατότητες που τους προσέφεραν μόνον κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Τα περίφημα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, με τις στιλπνές επιφάνειές τους, αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα της κεραμικής τέχνης.

Η τεχνική κατασκευής και διακόσμησής τους ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη και οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να την κατανοήσουν και να την αναπαράγουν πειραματικά μόλις την δεκαετία του 1940. Τα βασικά στάδια της διαδικασίας είναι τα εξής:

A. Σχεδιασμός μορφών και διακοσμητικών μοτίβων
Όταν στέγνωνε το αγγείο, αναλάμβανε δράση ο αγγειογράφος. Αρχικά σχεδίαζε τις μορφές και τα υπόλοιπα διακοσμητικά μοτίβα και στη συνέχεια τα κάλυπτε με επίχρισμα πηλού. Για να επιτύχουν τη χρωματική διαφοροποίηση, οι αγγειογράφοι κάλυπταν την επιφάνεια με δύο είδη επιχρίσματος:
- αραιωμένο επίχρισμα πηλού με χαμηλή περιεκτικότητα σιδήρου για τις ερυθρές επιφάνειες
- παχύρρευστο στρώμα σιδηρούχου πηλού για τις μελανές επιφάνειες

B. Η διαδικασία της όπτησης
Όταν τελείωνε η διακόσμηση, ο κεραμέας τοποθετούσε το αγγείο στον κλίβανο όπου ψηνόταν για 6-8 ώρες. Η διαδικασία όπτησης ήταν ίδια και στις δύο τεχνικές. Περιλάμβανε τρία στάδια με συνεχείς εναλλαγές στην παροχή οξυγόνου. Η εναλλαγή αυτή επηρέαζε με διαφορετικό τρόπο τα δύο είδη επιχρίσματος και οδηγούσε στη δημιουργία εντόνων και στιλπνών ερυθρών και μελανών χρωμάτων.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΤΗΣΗΣ

Αυτά είναι τα βασικά στάδια παραγωγής ενός απλού μελανόμορφου ή ερυθρόμορφου αγγείου. Στην πράξη, βέβαια, η διαδικασία ήταν πολύ πιο σύνθετη. Η αποτύπωση των λεπτομερειών των μορφών, η προετοιμασία των κατάλληλων επιχρισμάτων και η ακριβής επάλειψη των επιφανειών απαιτούσαν εξαιρετική επιδεξιότητα. Τεράστια σημασία είχε και ο έλεγχος της θερμοκρασίας στον κλίβανο, που ήθελε μεγάλη εμπειρία και συνεχείς δοκιμές και ελέγχους.

Αλλά και οι καλλιτεχνικές απαιτήσεις μπορούσαν να κάνουν δυσκολότερη την διαδικασία. Συχνά οι Έλληνες αγγειογράφοι –ιδιαίτερα εκείνοι του μελανόμορφου ρυθμού– επιθυμούσαν να τονίσουν συγκεκριμένα στοιχεία των παραστάσεών τους με άλλα χρώματα. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούσαν λευκό ή υποκίτρινο χρώμα για το δέρμα των γυναικών, ιώδες για τα γένια, τα μαλλιά και τα ενδύματα, κ.ά. Αυτά τα «επίθετα» χρώματα ήταν στην ουσία διαφορετικά είδη επιχρίσματος που έμπαιναν πάνω από το βασικό επίχρισμα πριν από την όπτηση. Τις περισσότερες φορές διατηρούνται αναλλοίωτα, σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, αποκολλώνται εύκολα, ίσως λόγω ατελούς όπτησης.

Εξόρυξη και προετοιμασία

Ο χαλκός είχε τεράστια σημασία στην αρχαιότητα, αφού από αυτόν παράγονταν όπλα, εργαλεία, χρηστικά σκεύη, διακοσμητικά αντικείμενα, ακόμη και αγάλματα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι μια ολόκληρη εποχή φέρει το όνομά του ("Εποχή του Χαλκού"). Όμως τα χάλκινα αντικείμενα δεν κατασκευάζονταν από αυτοφυές μέταλλο αλλά από κράματα χαλκού με άλλα υλικά.

Στη φυσική του μορφή, ο χαλκός βρίσκεται συνήθως αναμεμιγμένος με άλλα στοιχεία μέσα σε μεταλλεύματα (π.χ. αζουρίτης, κυπρίτης, κ.ά.), που πρέπει να υποστούν τήξη σε μεγάλες θερμοκρασίες (περίπου 1.100οC) για να διαχωριστούν.
Η τήξη του χαλκοφόρου μεταλλεύματος γινόταν σε μεγάλες πήλινες καμίνους, όπου τοποθετούνταν διαδοχικές στρώσεις μεταλλεύματος και κάρβουνου. Εργάτες με φυσερά τροφοδοτούσαν τον θάλαμο με αέρα για να αυξηθεί η θερμοκρασία. Το μετάλλευμα έλιωνε και ο χαλκός έρεε από μια οπή στο κάτω μέρος της καμίνου. Χρησιμοποιώντας λίθινες μήτρες, οι τεχνίτες παρήγαν πλάκες χαλκού σταθερού βάρους, που είναι γνωστές ως τάλαντα.

Ο καθαρός χαλκός είναι εξαιρετικά μαλακός και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για κοσμήματα και μικροαντικείμενα. Για όπλα, εργαλεία, σκεύη και γλυπτά χρησιμοποιούνταν ανθεκτικότερα κράματα, δηλαδή μείξεις χαλκού με αρσενικό ή κασσίτερο (μπρούντζος).

Τεχνικές κατεργασίας
Για την παραγωγή χάλκινων αντικειμένων στην αρχαιότητα, χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικές τεχνικές κατεργασίας:
Α) η σφυρηλάτηση και μορφοποίηση λεπτών φύλλων μετάλλου με ειδικά εργαλεία
Β) η χύτευση σε μήτρες από διάφορα υλικά.
Σε όλες τις τεχνικές ήταν απαραίτητη η χρήση φωτιάς είτε για την τήξη του μετάλλου είτε για την περιοδική πυράκτωση των φύλλων χαλκού («ανόπτηση»), ώστε να παραμένουν μαλακά και εργάσιμα.


Όπλα και Εργαλεία: Χύτευση σε μήτρα

Η παραγωγή ανθεκτικών όπλων και εργαλείων ήταν αναμφίβολα η σημαντικότερη λειτουργία του χαλκού στην αρχαιότητα. Μέχρι το τέλος της 2ης χιλιετίας, ξίφη, εγχειρίδια, μάχαιρες, αιχμές δοράτων και βελών και κάθε είδους εργαλεία κατασκευάζονταν από κράματα χαλκού. Ακόμη και μετά την εμφάνιση του ανθεκτικότερου σιδήρου, στις αρχές της 1ης χιλιετίας, αρκετοί τύποι όπλων και εργαλείων συνέχισαν να παράγονται σε χαλκό. Η κατασκευή τους γινόταν κατά κανόνα με την μέθοδο της χύτευσης σε μήτρα.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Αγγεία: Χύτευση και Σφυρηλάτηση

Μετάλλινα αγγεία διαφόρων σχημάτων χρησιμοποιήθηκαν στον αιγαιακό χώρο ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Η αξία τους ήταν μεγάλη και η λειτουργία τους τόσο χρηστική (π.χ. ως επιτραπέζια σκεύη σε οικίες ευγενών ή σε πολυτελή συμπόσια) όσο και συμβολική (π.χ. ως αναθήματα σε ιερά ή ως ταφικά κτερίσματα). Λιγοστά χρυσά ή αργυρά αγγεία έχουν διασωθεί, αναμφίβολα επειδή το υλικό τους ήταν εξαιρετικά πολύτιμο και ξαναχρησιμοποιήθηκε. Αντίθετα, τα χάλκινα σκεύη που διασώζονται είναι ευάριθμα και επιτρέπουν τη λεπτομερή μελέτη της τεχνολογίας τους. Αν και συχνά περιγράφονται απλώς ως «σφυρήλατα», τα χάλκινα αγγεία κατασκευάζονται με ένα συνδυασμό τεχνικών χύτευσης και κατεργασίας φύλλου χαλκού.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Τεχνική του «χαμένου κεριού»

Συμπαγή Ειδώλια
Η τεχνική της χύτευσης χάλκινων ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων ήταν γνωστή στην Εγγύς Ανατολή και την Μικρά Ασία από την 3η χιλιετία π.Χ. Στο αιγαιακό χώρο, τα πρωιμότερα χάλκινα ειδώλια προέρχονται από την μινωική Κρήτη και χρονολογούνται στον 16ο-15ο αι. π.Χ. Τα χάλκινα ειδώλια γνώρισαν ιδιαίτερη διάδοση κατά την γεωμετρική περίοδο, όταν και χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς ως αναθήματα σε ιερά, και δεν σταμάτησαν να κατασκευάζονται σε σημαντικές ποσότητες μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Τα ειδώλια αυτά ήταν κατά κανόνα μικρού μεγέθους και συμπαγή και παράγονταν με την μέθοδο του «χαμένου κεριού».

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ

Αγάλματα
Τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα της αρχαιότητας ήταν σχεδόν πάντα χυτά και εσωτερικά κοίλα (εάν κατασκευάζονταν συμπαγή θα απαιτούνταν τεράστιες ποσότητες χαλκού που θα καθιστούσαν το κόστος αλλά και το βάρος του γλυπτού απαγορευτικά). Ο γλύπτης δεν εργαζόταν απευθείας πάνω στο χαλκό αλλά σμίλευε πρώτα το έργο του σε πηλό (ή ξύλο) και κερί. Στη συνέχεια το παρέδιδε στο χυτήριο για να παραχθεί το χάλκινο άγαλμα με την τεχνική του «χαμένου κεριού».
Η συγκεκριμένη τεχνική (γνωστή και ως «άμεση μέθοδος») ήταν καταστροφική για το πρόπλασμα, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνον μία φορά. Από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., οι Έλληνες ανέπτυξαν μια ακόμη πιο περίπλοκη τεχνική χύτευσης (την λεγόμενη «έμμεση μέθοδο») η οποία επέτρεπε την διατήρηση και επανάχρηση του προπλάσματος. Είναι, τέλος, γνωστό ότι τα μεγάλα έργα χαλκοτεχνίας αποτελούνταν από πολλά διαφορετικά τμήματα, (κεφαλή, κορμός, μέλη, κ.λπ.) τα οποία χυτεύονταν ανεξάρτητα και στη συνέχεια συγκολλούνταν ή προσηλώνονταν μεταξύ τους.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ

Οι μοναδικές ιδιότητες του χρυσού τράβηξαν την προσοχή του ανθρώπου ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Εκτός από λαμπερός και σπάνιος, είναι ιδιαίτερα μαλακός και ελατός– στοιχεία που καθιστούν εύκολη την κατεργασία του– και, κυρίως, άφθαρτος.

Από τη φύση του, ο χρυσός εμφανίζεται σε μεταλλική μορφή μέσα σε φλέβες κοιτασμάτων και σε αμμώδεις κοίτες ποταμών. Η συλλογή του γίνεται είτε με απλή θραύση των κοιτασμάτων είτε με κοσκίνισμα της άμμου και πλύση με νερό (ο μύθος του «χρυσόμαλλου δέρατος» προήλθε από τις μάλλινες προβιές που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα για να συγκρατούν τα ψήγματα χρυσού κατά την πλύση). Ο αυτοφυής χρυσός περιέχει κατά κανόνα μικρές ποσότητες άλλων στοιχείων (κυρίως αργύρου και χαλκού), για τον διαχωρισμό των οποίων απαιτείται εκκαμίνευση. Αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι καθαρισμός χρυσού γινόταν ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η πρακτική δε γενικεύτηκε μέχρι την κλασική περίοδο.

Τα αρχαιότερα χρυσά κοσμήματα από τον χώρο του Αιγαίου χρονολογούνται στη 5η-4η χιλιετία π.Χ. Η Ελλάδα είχε περιορισμένα χρυσοφόρα κοιτάσματα στη Μακεδονία, την Θράκη, την Θάσο και την Σίφνο. Γι’ αυτό και πολύ συχνά οι Έλληνες κατέφευγαν σε εισαγωγές χρυσού από άλλες περιοχές, όπως ο Εύξεινος Πόντος, τα Βαλκάνια η Αίγυπτος και η Εγγύς Ανατολή.

Τεχνικές κατεργασίας

Σήμερα, τα περισσότερα χρυσά κοσμήματα κατασκευάζονται με τη μέθοδο της χύτευσης. Στην αρχαιότητα, αντίθετα, οι περισσότερες τεχνικές βασίζονταν στην κατεργασία φύλλων χρυσού. Αρχικά, οι τεχνίτες χύτευαν μικρή ποσότητα χρυσού σε μορφή ελάσματος, το οποίο σφυρηλατούσαν μέχρι να γίνει λεπτό φύλλο, πάχους μικρότερου του χιλιοστού.

Στη συνέχεια, χρησιμοποιούσαν οστέινα, ξύλινα και μετάλλινα εργαλεία για να του δώσουν το επιθυμητό σχήμα και να αποτυπώσουν τα διακοσμητικά σχέδια. Συχνά στο ίδιο κόσμημα συνυπήρχαν διαφορετικές τεχνικές, ενώ πολλά κοσμήματα αποτελούνταν από περισσότερα μέρη, τα οποία οι τεχνίτες συνένωναν μεταξύ τους με τη βοήθεια συγκολλητικών ουσιών και της φωτιάς.


Η εμπίεστη τεχνική είναι μία από τις πολλές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχαιότητα για την κατεργασία φύλλων χρυσού. Βασιζόταν στη χρήση μήτρας και έδινε τη δυνατότητα γρήγορης παραγωγής πολλαπλών αντιγράφων. Το σμίλεμα του διακοσμητικού μοτίβου στο σκληρό υλικό της μήτρας ήταν το δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Κοκκίδωση αποκαλείται η τεχνική παραγωγής μικροσκοπικών σφαιριδίων χρυσού («κοκκίδων») και η διαδικασία συγκόλλησής τους είτε σε ελεύθερο σχέδιο είτε πάνω στην επιφάνεια κάποιου αντικειμένου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη μέθοδο που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα όχι τόσο στην παραγωγή των σφαιριδίων (που ορισμένες φορές η διάμετρός τους δεν ξεπερνά τα 0,2 χιλιοστά) όσο στην τοποθέτηση και συγκόλλησή τους. Παρόλ' αυτά, χρησιμοποιήθηκε εκτενέστατα για την διακόσμηση κοσμημάτων αλλά και αγγείων ήδη από την Μέση Εποχή του Χαλκού.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Το σύρμα χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στην χρυσοχοΐα. Μαζί με το έλασμα ήταν τα πρωταρχικά στοιχεία του αρχαίου κοσμήματος. Από σύρμα κατασκευάζονταν πολλά από τα λειτουργικά μέρη ενός κοσμήματος (π.χ. άγκιστρα για να κρέμονται τα σκουλαρίκια, κρίκοι δαχτυλιδιών, βελόνες περονών κ.ά.), αλλά και διάφορα διακοσμητικά στοιχεία. Τα σύρματα έπρεπε να είναι συμπαγή και λεπτά και να έχουν κατά το δυνατόν κυκλική διατομή.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Η τεχνική της έκκρουστης πίεσης (repoussé) ήταν η πλέον περίτεχνη μέθοδος κατεργασίας φύλλων χρυσού (όπως επίσης αργύρου και χαλκού). Σε αντίθεση με άλλες μεθόδους όπου γινόταν χρήση μήτρας, η συγκεκριμένη τεχνική βασιζόταν στην απ' ευθείας κατεργασία και των δύο όψεων του μετάλλου με ειδικά καλέμια και σφυριά. Απαιτούσε μεγάλη δεξιοτεχνία και πολύ χρόνο, όμως τα έργα που παράγονταν ήταν πρωτότυπα και μοναδικά. Στο Αιγαίο, η τεχνική αυτή χρησιμοποιήθηκε ήδη από την 2η χιλιετία π.Χ., η καταγωγή της όμως είναι παλαιότερη και πρέπει να αναζητηθεί στην Εγγύς Ανατολή.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Συχνά, η διακόσμηση μικρών αντικειμένων γινόταν με απλή πίεση φύλλου χρυσού πάνω σε ξύλινο, μετάλλινο ή πήλινο πρόπλασμα.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ


Ορισμένες φορές, οι χρυσοχόοι διακοσμούσαν πολύ λεπτά φύλλα χρυσού με την τεχνική της περίτμησης.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ

Οι απαρχές της υαλουργίας

Ελάχιστα μάς είναι γνωστά για τις πρώτες απόπειρες κατασκευής γυαλιού. Κατά πάσα πιθανότητα το γυαλί εφευρέθηκε στη Μεσοποταμία την 4η ή 3η χιλιετία π.Χ., αν και στην Αίγυπτο έχουν βρεθεί επίσης πολύ πρώιμα παραδείγματα. Τα πρώτα αγγεία εμφανίζονται γύρω στον 16ο αι. π.Χ. και είναι κατασκευασμένα με την τεχνική του πυρήνα. Από την εποχή αυτή, η τεχνολογία του γυαλιού εξελίσσεται εξαιρετικά αργά (ενδεχομένως και λόγω του κλειστού χαρακτήρα του επαγγέλματος του υαλουργού) και ουσιαστικά αλλάζει μόνο στα ρωμαϊκά χρόνια με την ανακάλυψη του φυσητού γυαλιού.

Στην Ελλάδα γυάλινα αντικείμενα υπάρχουν ήδη από τη μυκηναϊκή περίοδο, παρόλο που δεν έχουν εντοπιστεί ακόμη εργαστήρια. Στους πρώιμους ιστορικούς χρόνους οι Ασσύριοι και οι Φοίνικες φαίνεται πως είχαν τη σημαντικότερη θέση στην παραγωγή και διακίνηση γυάλινων αντικειμένων. Στον ελλαδικό χώρο, έχουν βρεθεί εξαιρετικά δείγματα υαλουργίας, όμως με εξαίρεση το πολύ σημαντικό εργαστήριο της Ρόδου, γνωρίζουμε ελάχιστα για την οργάνωση της παραγωγής.


Οι βασικές τεχνικές κατεργασίας

Η πιο διαδεδομένη μέθοδος κατεργασίας πριν την ανακάλυψη του φυσητού γυαλιού ήταν η τεχνική του πυρήνα, η οποία στο Αιγαίο άρχισε να διαδίδεται ευρύτερα από τα τέλη της αρχαϊκής περιόδου και εξής. Η διαδικασία κατασκευής μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως εξής: πάνω σε μία ξύλινη ή πιθανότατα μεταλλική ράβδο προσαρμοζόταν πυρήνας από πυρίμαχο υλικό (π.χ. πηλό), ο οποίος εμβαπτιζόταν σε λιωμένο γυαλί μέχρι να καλυφθεί η επιφάνειά του. Συχνά, ο υαλουργός χρησιμοποιούσε ταινίες από γυαλιά άλλων χρωμάτων, τις οποίες ενόσω βρίσκονταν ακόμα σε υγρή μορφή έσυρε με αιχμηρό εργαλείο ώστε να δημιουργηθεί συνδυασμός από ταινιωτά, κυματιστά ή τεθλασμένα σχέδια. Στο τέλος προσέθετε τις λαβές, το λαιμό και άλλα τμήματα του αγγείου που κατασκευάζονταν χωριστά.

Πολλά γυάλινα αγγεία που κατασκευάστηκαν με την τεχνική αυτή μιμούνται αντίστοιχα σχήματα της αγγειοπλαστικής όπως αμφορίσκους, αρύβαλλους, οινοχόες κ.ά. Η εξαιρετική τους διατήρηση οφείλεται στο γεγονός ότι τα περισσότερα έχουν βρεθεί σε τάφους, όπου αναθέτονταν προφανώς ως προσωπικά αντικείμενα του νεκρού. Άλλωστε, τα γυάλινα σκεύη ήταν κατά κανόνα μικρά και περιείχαν αρωματικά έλαια που χρησίμευαν στον καλλωπισμό. Λόγω της σπανιότητάς τους, τα γυάλινα σκεύη ενδεχομένως υποδήλωναν και τον πλούτο του κατόχου τους.

Εκτός από αυτή τη τεχνική του πυρήνα, την περίοδο αυτή εφαρμόζονταν και άλλες μέθοδοι κατεργασίας του γυαλιού: η τεχνική του μωσαϊκού, η χύτευση σε ανοιχτή μήτρα και η λάξευση. Κατά τα ελληνιστικά χρόνια, ξεκινούν έντονοι πειραματισμοί και επινοούνται νέοι τρόποι κατεργασίας, όπως η χρήση φύλλων χρυσού ανάμεσα σε στρώματα διαφανούς γυαλιού και η τεχνική του cameo (ανάγλυφη διακόσμηση με ανοιχτόχρωμο γυαλί πάνω σε σκουρόχρωμο βάθος).

Η πιο σημαντική εξέλιξη στην ιστορία του γυαλιού είναι αναμφίβολα η ανακάλυψη της τεχνικής του φυσητού γυαλιού, που χρονολογείται στα ρωμαϊκά χρόνια, και συγκεκριμένα στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. Η τεχνική του φυσητού γυαλιού, που πιστεύεται ότι αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στα εργαστήρια της Συρίας, ήταν κατά βάση η ίδια με αυτή που χρησιμοποιείται και σήμερα. Ο υαλουργός φυσούσε μέσα από ένα φυσητήρα το λιωμένο γυαλί, το οποίο διογκωνόταν και έπαιρνε το επιθυμητό σχήμα είτε με περιστροφή πάνω σε επίπεδη επιφάνεια είτε με χρήση μήτρας.

Πρόκειται για μια πολύ απλούστερη μέθοδο, η οποία απελευθέρωσε τους τεχνίτες από τους περιορισμούς των άλλων τεχνικών και έδωσε τη δυνατότητα παραγωγής αμέτρητων νέων σχημάτων. Η απλοποίηση της τεχνικής και η εμφάνιση νέων τύπων οδήγησε στη μαζικοποίηση της παραγωγής και τη σημαντική μείωση του κόστους των γυάλινων αντικειμένων. Το γυαλί άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτατα στο εμπόριο αλλά και στον οικιακό εξοπλισμό, αφού τα γυάλινα σκεύη ήταν πιο εύχρηστα και καλαίσθητα από τα πήλινα ενώ προστάτευαν και διατηρούσαν με πιο αποτελεσματικό τρόπο τα υγρά.


Υαλοποιία και Υαλουργία

Η τεχνολογία του γυαλιού συνίσταται σε δύο διακριτές διαδικασίες. Η πρώτη είναι η υαλοποιία που αφορά στην κατασκευή του υλικού και η δεύτερη είναι η υαλουργία, που αφορά στην κατεργασία του υλικού προκειμένου να παραχθούν συγκεκριμένα αντικείμενα.

Αν και υπάρχουν είδη φυσικού γυαλιού –όπως το ηφαιστειακό γυαλί δηλαδή ο οψιανός– το γυαλί από το οποίο κατασκευάζονται τα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε είναι συνθετικό υλικό. Για την παραγωγή του απαιτούνται πολύ υψηλές θερμοκρασίες (πάνω από 1300οC) και τρία βασικά συστατικά: άμμος, ως κύρια ύλη, αλκάλια (σόδα και ποτάσα) και ασβέστιο.

Οι τεχνικές κατεργασίας του γυαλιού είναι πολλές και διαφορετικές. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχαιότητα προέρχονται από γραπτές πηγές, τη μελέτη των ίδιων των αντικειμένων καθώς και πειράματα που έχουν γίνει για τον τρόπο κατασκευής γυάλινων αντικειμένων. Αν και η έρευνα έχει προχωρήσει πολύ σε αυτόν τον τομέα, ωστόσο, μας διαφεύγουν ακόμη αρκετές λεπτομέρειες.

Στην αρχαιότητα, το γυαλί καλυπτόταν από ένα πέπλο μυστηρίου και θεωρείτο ως υλικό με μαγικές ιδιότητες. Αρχικά μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σπάνιο και πολύτιμο, τόσο όσο και ο χρυσός. Στις γραπτές πηγές απαντούν τρεις όροι που φαίνεται πως σχετίζονται με το υλικό αυτό. Σε κείμενα της Γραμμικής Β γραφής συναντάμε τη λέξη «κύανος», που αναφέρεται στο γνωστό σκούρο μπλε, λαμπερό υλικό. Σε μεταγενέστερες πηγές συναντάμε τον όρο «λίθος χυτή» και «ύαλος», λέξη άγνωστης προέλευσης, η οποία και επικράτησε στο ελληνικό λεξιλόγιο.


Η τεχνική του πυρήνα οφείλει την ονομασία της στο γεγονός ότι το αγγείο κατασκευαζόταν με την προσθήκη ρευστού γυαλιού γύρω από έναν πυρήνα πηλού ή άλλου υλικού, κατάλληλα διαμορφωμένου στο επιθυμητό σχήμα. Πρόκειται για την αρχαιότερη μέθοδο κατασκευής γυάλινων αγγείων. Τα πρωιμότερα γνωστά παραδείγματα χρονολογούνται στον 16ο-15ο αι. π.Χ.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ

Δείτε σύγχρονη αναπαράσταση της τεχνικής του πυρήνα (© Corning Museum of Glass, USA)


Η τεχνική του φυσητού γυαλιού βασίζεται στη μορφοποίηση του αγγείου μέσω της παροχής αέρα στο εσωτερικό μάζας ρευστού γυαλιού με τη βοήθεια μεταλλικού σωλήνα. Η μέθοδος επινοήθηκε στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. πιθανότατα σε εργαστήρια της συροπαλαιστινιακής ακτής και έκτοτε αποτελεί μια εξαιρετική δημοφιλή μέθοδο για την παραγωγή γυάλινων αγγείων.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΕΔΩ

Βιβλιογραφία

• Αλούπη Ε. 1993: Φύση και μικρομορφολογία των βαφών σε αρχαία κεραμικά. Μια νέα προσέγγιση στη μελέτη της κεραμικής τεχνολογίας (διδακτ. διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)

• Βοκοτοπούλου Ι. 1996: Ελληνική τέχνη. Αργυρά και χάλκινα έργα τέχνης στην αρχαιότητα (Αθήνα)

• Δεσποίνη Αικ. 1996: Ελληνική τέχνη. Αρχαία χρυσά κοσμήματα (Αθήνα)

• Κόντου Ελ. – Κοτζαμάνη Δ. – Λαμπροπούλου Β. 1995: Γυαλί: Τεχνολογία, Διάβρωση και Συντήρηση (Αθήνα)

• Τριανταφυλλίδης Π. 2000: Ροδιακή Υαλουργία Ι (Αθήνα)

• Bol P.C. 1985: Antike Bronzetechnik. Kunst und Handwerk antiker Erzbildner (Munich)

• Branigan K. 1974: Aegean Metalwork of the Early and Middle Bronze Age (Oxford)

• Carroll D.L. 1972: "Wire drawing in antiquity", American Journal of Archaeology 76, 321-323

• Carroll D.L. 1974: "A classification for granulation in ancient metalwork", American Journal of Archaeology 78, 33-39

• Carroll D.L. 1983: "On granulation in ancient metalwork", American Journal of Archaeology 87, 551-554

• Coghlan H.H. 1956: Notes on the Prehistoric Metallurgy of Copper and Bronze in the Old World (Oxford)

• Cuomo di Caprio N. 1985: La Ceramica in Archeologia. Antiche techniche di lavorazione e moderni metodi d' indagine (Roma)

• Davidson P.F. - Oliver A. 1984: Ancient Greek and Roman Jewellery (New York)

• Deppert-Lippitz B. 1985: Griechischer Goldschmuck (Mainz)

• Deshayes J. 1960: Les outils de bronze de l" Indus au Danube (IVe ou IIe millenaire) (Paris)

• Diehl E. 1964: Die Hydria: Formgeschichte und Verwendung im Kult des Altertums (Mainz)

• Evely R.D.G. 2000: Minoan Crafts. Tools and Techniques: an Introduction (Jonsered)

• Finn D. - Houser C. 1983: Greek Monumental Bronze Sculpture (New York)

• Forbes R.J. 1966: Studies in Ancient Technology V (Leiden)

• Forbes R.J. 1971: Studies in Ancient Technology VΙΙΙ (Leiden)

• Forbes R.J. 1972: Studies in Ancient Technology IX (Leiden)

• Goldstein S.M. 1979: Pre-Roman and Early Roman Glass in the Corning Museum of Glass (New York)

• Grose D.F. 1989: Early Ancient Glass: Core-Formed, Rod-Formed, and Cast Vessels and Objects from the Late Bronze Age to the Early Roman Empire, 1600 BC to AD 50 (New York)

• Harden D.B. 1968: "Ancient glass, I: pre-Roman", Archaeological Journal 125, 46-72.

• Harden D.B. 1969: "Ancient Glass, II: Roman", Archaeological Journal 126, 44-77

• Haynes D. 1992: The Technique of Greek Bronze Statuary (Mainz)

• Healy J.F. 1978: Mining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London)

• Higgins R.A. 1980: Greek and Roman Jewellery 2 (London)

• Hodges H. 1989: Artifacts. An Introduction to Early Materials and Technology (London)

• Hoffman U. 1962: "Die chemischen Grundlagen der griechischen Vasenmalerei", Angerwandte Chemie 74, 397-406

• Lamb W. 1969: Ancient Greek and Roman Bronzes (Chicago)

• Lapatin K. (επιμ.) 2008: Papers on Special Techniques in Athenian Vases. J. Paul Getty Museum Publications (Los Angeles)

• Matthäus H. 1980: Die Bronzegefässe der kretisch-mykenischen Kultur (Munich)

• Mattusch C.C. 1996: Classical Bronzes: The Art and Craft of Greek and Roman Statuary (Cornell)

• Mitten D.G. - Döringer S.F. 1968: Master Bronzes from the Classical World (Mainz)

• Newby M. – Painter K. (επιμ.) 1991: Roman Glass. Two Centuries of Art and Invention (London)

• Nicolini G. 1990: Techniques des ors antiques (Paris)

• Noble J. 1988: The Techniques of Painted Attic Pottery2 (London)

• Ogden J. 1982: Jewellery of the Ancient World (London)

• Ogden J. 1992: Interpreting the Past: Ancient Jewellery (London)

• Pfommer M. 1987 : Studien zur alexandrischer und grossgriechischer Toreutik frühhellenistischer Zeit (Berlin)

• Richter G.M.A. 1923: The Craft of the Athenian Pottery (New Haven)

• Richter G.M.A. 1970: The Sculpture and Sculptors of the Greeks4 (New Haven)

• Robertson M. 1992: The Art of Vase-Painting in Classical Athens (Cambridge)

• Rolley C. 1969: Les statuettes de bronze (Paris)

• Rolley C. 1982: Les vases de bronze de l’ archaisme récent en Grande Grèce (Naples)

• Rolley C. 1983: Les bronzes grecs (Paris)

• Rolley C. 1994: La sculpture grecque (Paris)

• Scheibler I. 1983: Griechische Töpferkunst (Munich)

• Schumann T. 1942: "Oberflächenverzierung in der antiken Töpferkunst. Terra sigillata und griechische Schwarzrotmalerei", Berichte der deutschen keramischen Gesellschaft 23, 408-426

• Snodgrass A. 1964: Early Greek Armour and Weapons (Edinburgh)

• Stewart A. 1993: Greek Sculpture: An Exploration (New Haven)

• Thomas R. 1992 : Griechischen Bronzestatuetten (Darmstatt)

• True M. - Podany J. (επιμ.) 1990: Small Bronze Sculpture from the Ancient World (Los Angeles)

• Tylecote R.F. 1976: A History of Metallurgy (London)

• Untracht O. 1982: Jewellery Concepts and Technology (London)

• Verlinden C. 1984: Les statuettes anthropomorphes crétoise en bronze et en plomb, du IIe millenaire au VIIe siècle av. J.-C. (Louvain-la-Neuve)

• Von Saldern A. 1980: Glass - 500 BC to AD 1900. The Hans Cohn Collection (Mainz)

• Weinberg G.D. 1992. Glass Vessels in Ancient Greece (Athens)

• Williams D. - Ogden J. 1994: Greek Gold. Jewellery of the Classical World (London)

• Winter A. 1959: Die Technik des griechischen Töpfers in ihren Grundlagen (Mainz)

• Zimmer G. 1990: Griechische Bronzegusswerkstätten: Zur Technologieentwicklung eines Antiken Kunsthandwerkes (Mainz)

• Zimmermann J.-L. 1989: Les chevaux de bronze dans l’ art géométrique grec (Mainz)