|
Ritual and its Establishment: The case of some Minoan open-air rituals (Η τελετουργία και η εδραίωσή της: Η περίπτωση ορισμένων Μινωικών τελετουργιών ανοιχτού χώρου)
Περίληψη
Στόχος της διδακτορικής μου διατριβής ήταν η προσέγγιση του θέματος της τελετουργίας με όσο το δυνατόν ορθολογικότερο τρόπο. Η ιδιαίτερη οπτική γωνία που επιβάλλει η προϊστορική αρχαιολογία οδηγεί σε συμπεράσματα που εξάγονται από σχετικά περιορισμένο υλικό συγκριτικά με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες. Τα συμπεράσματα αυτά μπορούν να έχουν ισχύ ευρύτερα και σε άλλους κλάδους, όπου οι διαθέσιμες πηγές πληροφοριών είναι πλουσιότερες.
Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκε το Μινωικό υλικό που ανήκει στις δύο ανακτορικές περιόδους για τους παρακάτω λόγους: Το υλικό αυτό θεωρήθηκε ιδιαιτέρως κατάλληλο για τη μελέτη της τελετουργίας στην αρχαιολογία, όχι μόνο επειδή αυτή έχει ερευνηθεί ευρέως και έχουν διατυπωθεί ποικίλης αξιοπιστίας θεωρίες, αλλά και λόγω του πλούτου του Μινωικού αρχαιολογικού υλικού. Παράλληλα, η άλλοτε πρωτοπόρος Μινωική αρχαιολογία έχει ανάγκη για νέες προσεγγίσεις που θα δώσουν απαντήσεις για το υλικό που έχουμε σήμερα και θα γεφυρώσουν το χάσμα με τις παλαιότερες θεωρίες για τη Μινωική τελετουργία και θρησκεία.
Εισαγωγή (σσ. 1-10)
Στην Εισαγωγή γίνεται μια επισκόπηση των εργασιών και μονογραφιών που συνέβαλαν σημαντικά στη μελέτη της Μινωικής τελετουργίας και θρησκείας. Η επισκόπηση αυτή αποκαλύπτει ορισμένα αδύναμα σημεία στη σχετική έρευνα, όπως η προκατάληψη ότι κάθε τελετουργία είναι θρησκευτική, όπως οι διαρκείς αναφορές και παραπομπές σε άλλες εποχές και πολιτισμούς και η εμμονή σε μεθοδολογικά ανυπόστατες ερμηνείες και ανασκευές. Η εμμονή αυτή ήταν βλαπτική για τη χρήση της τελετουργίας στη μελέτη άλλων Μινωικών θεμάτων, όπως η Μινωική κοινωνία και η πολιτική.
Στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν ορισμένες από αυτές τις αδυναμίες θεωρήθηκε σκόπιμη η διαμόρφωση μιας μεθόδου για την απόδοση τελετουργικής υφής σε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Παράλληλα, θεωρήθηκε ιδιαίτερα εποικοδομητική η χειραφέτηση της έρευνας των τελετουργιών από την εμμονή για την ανασκευή τους.
Όπως πολλοί μελετητές έχουν υποστηρίξει, η τελετουργία είναι ένας ισχυρός μηχανισμός για τη δημιουργία ιδεών και τη διαμόρφωση ταυτοτήτων αλλά και για την επίδραση σε αυτές. Η δυνατότητα των τελετουργιών να διαμορφώνουν και να επηρεάζουν τα ‘πιστεύω’ ή να ορίζουν την ταυτότητα των συμμετεχόντων είναι ευθέως ανάλογη με το βαθμό εδραίωσής τους. Όμως ο βαθμός εδραίωσης μιας τελετουργίας δεν είναι ενδεικτικός της ικανότητας μόνο που εκείνη έχει να καθορίζει ταυτότητες και να επηρεάζει ιδέες, αλλά και του βαθμού εδραίωσης άλλων κοινωνικών δομών ή και των χαρακτηριστικών της κοινωνίας γενικότερα (C. Renfrew, στο Renfrew και Cherry, Peer-Polity Interaction and Socio-Political Change, Cambridge: Cambridge University Press 1986, σσ. 1-18). Η ανίχνευση επομένως του βαθμού εδραίωσης της τελετουργίας είναι ένας εναλλακτικός τύπος προσέγγισης της μελέτης της τελετουργίας καθεαυτήν.
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν ως κύριο θέμα της παρούσας μελέτης ορίστηκε η ανίχνευση της τελετουργικής υφής ορισμένων δραστηριοτήτων και της εδραίωσής τους.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Κεφάλαιο 2 Ritual and its Establishment Η Τελετουργία και η Εδραίωσή της (σσ. 12-33)
Ένα απαραίτητο πρώτο βήμα ήταν η διαμόρφωση μιας μεθόδου για την απόδοση τελετουργικής υφής σε μια δραστηριότητα. Υιοθέτησα, λίγο τροποποιημένη, τη θεωρία της Μπελ που λαμβάνει υπόψη της τις περισσότερες σχετικές κρατούσες θεωρίες στην ανθρωπολογία. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η τελετουργία διέπεται από μια ομάδα χαρακτηριστικών, όπως η παραστατικότητα, η σχετική επαναληπτικότητα και η αμεταβλητότητα, η αίσθηση της παράδοσης, η ύπαρξη κανόνων, ο φορμαλισμός και ο 'συμβολισμός'. Τα χαρακτηριστικά αυτά και ειδικότερα η έννοια του διφορούμενου και συχνά παραπλανητικά πολυσήμαντου 'συμβολισμού' έγιναν το αντικείμενο ιδιαίτερης πραγμάτευσης. Κανένα από αυτά βέβαια δεν συνιστά αποκλειστική προϋπόθεση για την ύπαρξη τελετουργιών ούτε καν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα αυτών. Από την άλλη όμως, όταν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται μαζί, μπορούν στις περισσότερες περιπτώσεις να αποδώσουν τελετουργική υφή σε μια δραστηριότητα και να την χαρακτηρίσουν ως τελετουργία. Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η έννοια της τελετουργίας, παρουσιάζονται οι ομοιότητες και οι διαφορές της από άλλες παρόμοιες παραστατικές δραστηριότητες, όπως τα παίγνια και το θέατρο. Όταν μια δραστηριότητα χαρακτηριστεί τελετουργική, τότε είναι δυνατό σε πολλές περιπτώσεις να μάθουμε περισσότερα για τη φύση της. Μια από τις πτυχές της τελετουργίας είναι το κατά πόσο σημαντική για την εκτέλεση της είναι η ίδια η 'πράξη' σε σχέση με τα ‘πιστεύω’ με τα οποία αυτή συνδέεται ή, για να χρησιμοποιήσουμε τους σχετικούς όρους, το κατά πόσο ορθοπρακτική ή ορθόδοξη είναι η δεδομένη τελετουργία. Μια άλλη σχετική πτυχή είναι το αν η τελετουργία είναι κοσμική ή θρησκευτική.
Σημαντικότερη όμως είναι η ανίχνευση του βαθμού εδραίωσης μιας τελετουργίας καθώς μας βοηθά να διαλευκάνουμε την επίδραση της στην κοινωνία. Και αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό θέμα της παρούσας μελέτης.
Στο μέρος αυτό του κεφαλαίου πραγματεύομαι τρεις λόγους για τους οποίους η μελέτη της εδραίωσης της τελετουργίας σχετίζεται με τη μελέτη της κοινωνίας. Πρώτον, ερευνάται η επιρροή καθενός από τα χαρακτηριστικά της τελετουργίας στα ‘πιστεύω’ και την ταυτότητα των συμμετεχόντων. Παράλληλα υποστηρίζεται ότι η δυνατότητα επιρροής του κάθε χαρακτηριστικού είναι ανάλογη με το βαθμό εδραίωσής του. Αντίστοιχα, ο βαθμός εδραίωσης της τελετουργίας είναι ανάλογος με τη δυνατότητά της να επηρεάζει ιδεολογίες και να διαμορφώνει ταυτότητες διαφωτίζοντας το μελετητή για το ρόλο της τελετουργίας στη δυναμική της συγκεκριμένης κοινωνίας. Δεύτερον, πιστοποιείται η αλληλεξάρτηση της εδραίωσης της τελετουργίας και αυτής των χαρακτηριστικών της κοινωνίας. Μία εδραιωμένη κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει εδραιωμένες τελετουργίες και οι εδραιωμένες τελετουργίες μπορεί να οδηγήσουν στην περαιτέρω εδραίωση των χαρακτηριστικών της κοινωνίας. Τέλος, καθώς ένα από τα αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της κοινωνίας είναι και οι τελετουργίες, θεωρήθηκε ότι η εδραίωσή τους είναι μέρος της εδραίωσης των χαρακτηριστικών της κοινωνίας.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η τελετουργία αποτελείται από ένα σύνολο χαρακτηριστικών που υπάρχουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ο βαθμός της εδραίωσής της, επομένως, είναι ανάλογος με το άθροισμα των βαθμών εδραίωσης ή ύπαρξης όλων των χαρακτηριστικών της. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: η τελετουργία που επαναλαμβάνεται τακτικά, εντελώς απαράλλαχτη, με πλούσιο και εδραιωμένο συμβολισμό, εδραιωμένους κανόνες, με υψηλό βαθμό φορμαλισμού και με μεγάλη παράδοση, είναι πολύ πιο εδραιωμένη από μια τελετουργία που δεν επαναλαμβάνεται τακτικά, παρουσιάζει διαφορές σε κάθε εκτέλεσή της, έχει λίγους και κατά περίσταση καινούργιους κανόνες, μικρή παράδοση, ελάχιστα φορμαλιστικά στοιχεία και χρησιμοποιεί λίγα και μη εδραιωμένα σύμβολα.
Πολλές φορές η εδραίωση μιας τελετουργίας οδηγεί στη δημιουργία μιας 'οντότητας', μιας δηλαδή αναγνωρίσιμης ομάδας ανθρώπων, κύριο έργο της οποίας είναι η εκτέλεση της τελετουργίας αυτής. Στην περίπτωση λοιπόν ύπαρξης μιας τέτοιας 'οντότητας' μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένη την εδραίωση των αντίστοιχων τελετουργιών. Η ίδια η εδραίωσή της όμως είναι επίσης ενδεικτική της περαιτέρω εδραίωσης των τελετουργιών αυτών.
Κεφάλαιο 3 The Archaeology of Ritual and of its Establishment Η Αρχαιολογία της Τελετουργίας και της Εδραίωσής της (σσ. 34-48)
Στο τρίτο κεφάλαιο θεωρήθηκε αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της αρχαιολογίας, ώστε να εφαρμόσουμε τα παραπάνω στην προϊστορική συγκεκριμένα αρχαιολογία. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δεν είναι ‘δραστηριότητες’, αλλά συνίστανται σε υλικά κατάλοιπα, τα οποία όμως συχνά παραμορφώνουν την αρχική εικόνα και προκαταλαμβάνουν τις ερμηνείες που εμείς δίνουμε. Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε επίγνωση, για παράδειγμα, ότι είναι πιθανό υλικά από διαφορετικές τελετουργίες να έχουν ενωθεί και αναμιχθεί, ή τελετουργικά αντικείμενα που μελετάμε να έχουν πεταχτεί ή αποθηκευθεί σε μη τελετουργικό χώρο. Αυτή η ιδιόμορφη πραγματικότητα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν αποδίδουμε τελετουργική υφή σε μια δραστηριότητα ή όταν σχετίζουμε ένα χώρο με μια τελετουργία. Παράλληλα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια δραστηριότητα ως τελετουργία λόγω των ομοιοτήτων της με μια άλλη δραστηριότητα την οποία ήδη έχουμε αναγνωρίσει ως τελετουργική. Σύμφωνα όμως με την προαναφερθείσα μέθοδο, προκειμένου να αποδώσουμε τελετουργική υφή σε μια δραστηριότητα, θα πρέπει να έχουμε ανιχνεύσει όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Αν υπάρχει αρκετό υλικό, μπορούμε να δούμε κατά πόσον η δεδομένη τελετουργία είναι ορθόδοξη ή ορθοπρακτική, θρησκευτική ή κοσμική. Ακόμα σημαντικότερο βέβαια για τους σκοπούς μας είναι η ανίχνευση του βαθμού εδραίωσής της. Το τελευταίο μπορούμε να το πετύχουμε ανιχνεύοντας το βαθμό εδραίωσης ή παρουσίας των διαφόρων χαρακτηριστικών της τελετουργίας, όπως αυτά προκύπτουν από το αρχαιολογικό υλικό.
Ένα δεύτερο στάδιο της ερευνητικής διαδικασίας μπορεί να είναι το αν η δεδομένη τελετουργία υπήρξε η κύρια δραστηριότητα μιας 'οντότητας'. Όταν μπορούμε στην προϊστορική αρχαιολογία να ανιχνεύσουμε την ύπαρξη τέτοιων 'οντοτήτων', τότε οι αντίστοιχες τελετουργίες είναι σίγουρα εδραιωμένες και η περαιτέρω εδραίωσή τους σχετίζεται με αυτή της 'οντότητας'.
Έτσι λοιπόν αποθηκευτικοί χώροι, εργαστήρια, κτίρια και άλλα δομικά έργα σε χώρους που κατά κόρον χρησιμοποιούνταν τελετουργικά μπορεί να εκληφθούν ως ενδείξεις για τη διαχείριση, παραγωγή και επένδυση της περιουσίας μιας τέτοιας 'οντότητας'
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Κεφάλαιο 4 Evidence of Ritual Value for the Sites and the Iconography Discussed Μαρτυρίες Τελετουργικής Υφής για τους υπό μελέτη Χώρους και την Εικονογραφία (σσ. 50-99)
Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρείται η εφαρμογή αυτών των σκέψεων και της μεθόδου στο Μινωικό υλικό συγκεκριμένα. Ζητούμενο είναι η επιβεβαίωση της τελετουργικής υφής των Μινωικών χώρων, τους οποίους επέλεξα να μελετήσω αλλά και των δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτούς. Αντικείμενο μελέτης επίσης είναι η σχετική εικονογραφία.
Οι χώροι που επελέγησαν χωρίστηκαν σε πέντε κατηγορίες: 1) τα ιερά κορυφής, 2) τους χώρους που σχετίζονται με αυτά (το κτίριο Β στο Γιούχτα και τα Ανεμοσπήλια), 3) το κτίριο 4 στις Αρχάνες, 4) τους χώρους που συνδέονταν με τα ανάκτορα και τις δυτικές αυλές τους, και τέλος 5) μια κατηγορία με 'λοιπούς χώρους'. Οι κεντρικές ανακτορικές αυλές δεν μελετήθηκαν καθώς δεν ήταν δυνατή η ανίχνευση αποκλειστικής ή έστω κυρίαρχης σχέσης τους με τελετουργίες.
Αν και ήταν σχετικά εύκολη η αναγνώριση της τελετουργικής υφής των περισσότερων από τους χώρους που επιλέχθηκαν, σε δύο χώρους δεν ήταν σαφές αν διέθεταν αρκετά στοιχεία για την ανίχνευση όλων των τελετουργικών χαρακτηριστικών. Ο λόγος γίνεται για το άνω και το κάτω 'ιερό' της Φαιστού. Μέσω όμως της μελέτης των διαφόρων εικονογραφικών καταστάσεων φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές οι αυλές και ειδικότερα οι δυτικές ανακτορικές αυλές σχετίζονται με τελετουργίες. Καθώς οι θέσεις αυτές ήταν οι μόνες που είχαν ισχυρές ή και αποκλειστικές σχέσεις με τη δυτική αυλή της Φαιστού, και λόγω του ότι περιείχαν αντικείμενα που σχετίζονταν με δραστηριότητες ανοιχτού χώρου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα λεγόμενα αυτά 'ιερά' σχετίζονταν με τελετουργίες ανοιχτού χώρου. Οι τελετουργίες δηλαδή εκείνες δεν εκτελούνταν στο εσωτερικό τους.
Τα στοιχεία επίσης δείχνουν ότι οι περισσότεροι Μινωικοί ανοιχτοί τελετουργικοί χώροι κοντά σε κτίρια δεν είχαν σχεδόν καμία σχέση με τελετουργίες κλειστού χώρου. Αντίθετα οι κτιριακές εγκαταστάσεις στις περιπτώσεις αυτές είχαν ως επί το πλείστον επικουρικό ρόλο στις τελετουργίες ανοιχτού χώρου.
Κεφάλαιο 5 The Establishment of Some Open-Air Minoan Rituals: The analysis of the Ritual Traits Η Εδραίωση ορισμένων Τελετουργιών Ανοικτού Χώρου: Η Ανάλυση των Χαρακτηριστικών της Τελετουργίας (σσ. 100-179)
Στο πέμπτο κεφάλαιο διερευνάται ο βαθμός εδραίωσης των προκείμενων τελετουργιών. Γι' αυτό το σκοπό μελετώνται το κάθε ένα από τα τελετουργικά χαρακτηριστικά και ο βαθμός ύπαρξης ή εδραίωσής τους στους υπό συζήτηση χώρους: η παραστατικότητα, η επαναληπτικότητα, η αμεταβλητότητα, η αίσθηση της παράδοσης, η ύπαρξη κανόνων, ο φορμαλισμός και ο 'συμβολισμός'.
Όσον αφορά το χαρακτηριστικό της παραστατικότητας που καταδεικνύει και τη συμμετοχή, ο αριθμός όσων θα ήταν αναμενόμενο να συμμετέχουν στην εκτέλεση των τελετουργιών ανοικτού χώρου θα πρέπει να ήταν μεγάλος, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και η εικονογραφία. Επιπλέον, τουλάχιστον ορισμένοι από τους τύπους τελετουργικής παράστασης φαίνεται να έχουν επαναληφθεί πολλές φορές στο χρόνο και το χώρο, αναδεικνύοντας έτσι την εδραίωση του χαρακτηριστικού της παραστατικότητας.
Τα χαρακτηριστικά της επαναληπτικότητας και της αμεταβλητότητας εμφανίζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο με την αμετάβλητη επανάληψη των ειδών των αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν στις τελετουργίες και στους τύπους των δραστηριοτήτων που εκτελούνταν αλλά και με την αμετάβλητη επανάληψη τυποποιημένων επιγραφών που βρέθηκαν σε πολλά μέρη και ειδικά στα ιερά κορυφής.
Τα περισσότερα από τα μέρη που μελετήθηκαν ήταν σε χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το ιερό της Σύμης και τα ιερά κορυφής χρησιμοποιήθηκαν για ένα ιδιαίτερα μακρύ χρονικό διάστημα, γεγονός που θα προσέδιδε και μια αίσθηση της παράδοσης στα σχετικά τελετουργικά. Στους χώρους που συνδέθηκαν με τα ιερά κορυφής καθώς και στο κτίριο 4 στο νεκροταφείο Φουρνί των Αρχανών (το οποίο χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα) θα πρέπει να υπήρχε έντονη η αίσθηση της παράδοσης.
Επιπλέον, οι διακρίσεις ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς (λ.χ. τα περισσότερα κύπελλα των ιερών κορυφής είναι σε πηλό ενώ τα λιγότερα σε πέτρα), η διαμόρφωση των εξωτερικών ή των εσωτερικών χώρων και γενικότερα κάπιος φορμαλιστικός περιορισμός είναι φαινόμενα που σχετίζονται με όλα τα τελετουργικά ανοιχτού χώρου που μελετάμε. Αυτά τα φαινόμενα όχι μόνο αναδεικνύουν την ύπαρξη εδραιωμένων κανόνων αλλά και είναι ενδεικτικά του στοιχείου του φορμαλισμού που επιπλέον ενισχύεται από την παρουσία υλικών που χρησιμοποιούνται, τους διαφορετικούς βαθμούς μύησης και τη διαφοροποίηση των φύλων στην τελετουργία.
Για πολλούς λόγους, το χαρακτηριστικό του 'συμβολισμού' έγινε αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης, με επισκόπηση των 'συμβόλων' εκείνων που ήδη είχαν μελετηθεί από άλλους (κέρατα καθοσιώσεως, διπλοί πελέκεις). Στο κεφάλαιο αυτό επίσης συζητούνται και άλλα 'σύμβολα' όπως τα χάλκινα ειδώλια, τα μικύλα αντικείμενα και όσα σχετίζονται με τα λατρευτικά πιθανώς αγάλματα. Προσπάθησα να απαντήσω στην κρατούσα άποψη εναντίον της ύπαρξης λατρευτικών αγαλμάτων, παρουσιάζοντας παράλληλα ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής τους.
Η έρευνα αυτή οδηγεί στην άποψη ότι ο 'συμβολισμός' ήταν παρών σε μεγάλο βαθμό σε πολλούς από τους τελετουργικούς χώρους που μελετήθηκαν και ιδίως στα ιερά κορυφής και τη κατηγορία των 'λοιπών' τελετουργικών χώρων. Επιπλέον φαίνεται ότι υπήρχαν λατρευτικά αγάλματα σε έναν από τους χώρους που σχετίζονται με τα ιερά κορυφής και σε δύο άλλους που αποτελούν μέρος ανακτόρων. Ο κεντρικός ρόλος των λατρευτικών αγαλμάτων και επομένως του υπερφυσικού στοιχείου σε αυτούς τους τελετουργικούς χώρους θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τις αντίστοιχες τελετουργίες ως θρησκευτικές, αν και αυτό δεν είναι το κύριο θέμα της μελέτης μας.
Ανακεφαλαιώνοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι όλα τα τελετουργικά χαρακτηριστικά μπορούν να αναγνωριστούν σε όλους τους υπό μελέτη χώρους και ότι, επιπλέον, αυτά ήταν εδραιωμένα ή υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με τη μέθοδο που αναπτύξαμε, αυτό σημαίνει ότι και οι εν λόγω τελετουργίες ήταν εδραιωμένες σε μεγάλο βαθμό.
Αλλά αυτό δεν ήταν όλο. Σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι κτίρια ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένα με ορισμένους από τους χώρους που μελετήθηκαν. Τα κτίρια αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί για αποθήκευση, εργαστηριακές και προπαρασκευαστικές δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, έγινε συνειδητό ότι για ορισμένους από τους χώρους που μελετήσαμε τα κτίρια αυτά σε συνδυασμό με τις αποθηκευτικές, εργαστηριακές και άλλες δραστηριότητες που εκτελούνταν εκεί, μπορούσαν να συνδεθούν με ομάδες ανθρώπων, 'οντότητες' που θα διαχειρίζονταν, θα παρήγαν και θα επένδυαν κάποια περιουσία, όσο μικρή και αν ήταν.
Κεφάλαιο 6 Non-Ritual Traits Shared by all 'Institutions' Τα μη Τελετουργικά Χαρακτηριστικά όλων των 'Οντοτήτων' (σσ. 180-203)
Στο πέμπτο κεφάλαιο μελετήθηκε η εδραίωση των τελετουργιών μέσα από το βαθμό ύπαρξης και εδραίωσης των χαρακτηριστικών τους. Στο παρόν κεφάλαιο η έρευνα γι' αυτές τις τελετουργίες συνεχίζεται, όπου όμως λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο εδραίωσης των μη τελετουργικών χαρακτηριστικών των σχετικών 'οντοτήτων', όταν βέβαια αυτά απαντώνται.
Η παρουσία τελετουργικών 'οντοτήτων' καθεαυτή είναι ενδεικτική ενός σημαντικού επιπέδου εδραίωσης των σχετικών τελετουργιών. Επίσης, ο βαθμός της εδραίωσης μίας 'οντότητας', όπως αυτός γίνεται αντιληπτός από την περιουσία που αποθηκεύεται (αποθηκευτική δυνατότητα), παράγεται (εργαστηριακή υποδομή) και επενδύεται (σε κτίρια, αυλές, άνδηρα και αναλημματικούς τοίχους) συμβάλλει στην εκτίμηση για την περαιτέρω εδραίωση των αντίστοιχων τελετουργιών. Η μελέτη του δημοσιευμένου υλικού δείχνει ότι για τρεις κατηγορίες, συγκεκριμένα των ιερών κορυφής, των χώρων που συνδέονται με αυτά και όσων αποτελούν μέρος ανακτόρων, οι ποσότητες που παρήχθησαν και αποθηκεύτηκαν ήταν ανάλογες με το μέγεθος των οικισμών που σχετίζονταν με τους χώρους αυτούς. Πράγματι, τα ιερά κορυφής διέφεραν μεταξύ τους σε μέγεθος, το οποίο κυμαινόταν από εκείνο του τεράστιου Γιούχτα που σχετιζόταν με την επίσης εκτεταμένη Κνωσό και τις μεγάλες Αρχάνες, έως εκείνο των πολύ μικρών Ατσιπάδων που δεν σχετίζονταν με κανένα σημαντικό οικισμό της εποχής τους. Από την άλλη πλευρά, οι 'λοιποί' χώροι και ιδιαίτερα η Σύμη, ο μεγαλύτερος τελετουργικός χώρος όλων των Μινωικών εποχών στην Κρήτη, δεν φαίνεται να σχετίζονται με κανένα μεγάλο οικισμό. Είναι πιθανό οι συμμετέχοντες στις τελετουργίες αυτές να ταξίδευαν μεγάλη απόσταση για να φτάσουν εκεί και επομένως ενδέχεται ο ρόλος αυτών των χώρων να ήταν αντίστοιχος του ρόλου των πανελληνίων ιερών κατά την κλασσική αρχαιότητα.
Επίλογος (σσ. 204-211)
Η διαμόρφωση μεθόδων για την απόδοση τελετουργικής υφής σε μια δραστηριότητα και για την εκτίμηση του βαθμού εδραίωσής της, μαζί με την ανάλυση του δημοσιευμένου Μινωικού υλικού έδωσε τη δυνατότητα να χαρακτηρισθούν ορισμένες δραστηριότητες ανοιχτού χώρου ως τελετουργίες, να δειχθεί ότι ήταν αρκετά εδραιωμένες και να ερευνηθεί η ύπαρξη τελετουργικών 'οντοτήτων'. Το πρώτο ήταν αναγκαίο για τη συνέχιση της μελέτης αλλά και για τη γεφύρωση του κενού μεταξύ των συμπερασμάτων της βιβλιογραφίας για τη Μινωική θρησκεία και τελετουργία και εκείνων που προκύπτουν από το δημοσιευμένο υλικό. Ο σημαντικός βαθμός εδραίωσης των τελετουργιών ανοιχτού χώρου στη Μινωική Κρήτη και η ύπαρξη 'οντοτήτων' από την άλλη είναι μια συμβολή στη μελέτη της δυναμικής της Μινωικής κοινωνίας αλλά και των κοινωνικών συσχετισμών ή ανταγωνισμών στη Μινωική Κρήτη με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ακολουθεί η γενική βιβλιογραφία (σσ. 213-226) και η βιβλιογραφία για τους επιμέρους υπό μελέτη τόπους (σσ. 227-234).
APPENDIX ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Το παράρτημα της διατριβής χωρίζεται σε επτά μέρη όπου γίνεται επισκόπηση όλου του δημοσιευμένου αρχαιολογικού υλικού που βρέθηκε σε κάθε μια από τις τοποθεσίες που μελετάμε.
Έτσι στο πρώτο μέρος (σσ. 3-52) παρουσιάζεται το υλικό των ιερών κορυφής και ιδίως του Γιούχτα (σσ. 27-50), στο δεύτερο αυτό των δύο χώρων που σχετίζονται με το Γιούχτα (σσ. 53-58), στο τρίτο το υλικό των χώρων που αποτελούν μέρος ανακτόρων (σσ. 59-80), στο τέταρτο του κτιρίου 4 στο Φουρνί (81-89) και στο πέμπτο των 'λοιπών ιερών' (σσ. 91-114) και ιδίως της Σύμης της Βιάννου (σσ. 95-114). Στο έκτο μέρος γίνεται αναφορά στις θέσεις, οι οποίες, αν και συχνά σχετίζονται στη βιβλιογραφία με τελετουργίες ανοιχτού χώρου, δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνουν αντικείμενο μελέτης στο κύριο σώμα της διατριβής. Τέλος, στο έβδομο μέρος παρουσιάζεται συνοπτικά για πρώτη φορά το υλικό από ένα δωμάτιο στη Φαιστό για το οποίο έγινε ειδική μνεία.
Οι χάρτες που εμφανίζονται στη διατριβή έχουν όλοι υποστεί ηλεκτρονική επεξεργασία από τους πρωτότυπους χάρτες των ανασκαφέων για να σβηστούν τα αρχιτεκτονικά μέλη άλλων περιόδων αλλά και για να τονιστούν οι διαφορές από τη μια αρχιτεκτονική φάση στην άλλη. Οι φωτογραφίες, εκτός όσων αναφέρουν άλλη πηγή, είναι δικές μου.
|