Οι οικισμοί της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στις Κυκλάδες χτίζονταν σε θέσεις οι οποίες εξασφάλιζαν στους κατοίκους αφ’ενός τη δυνατότητα θαλάσσιας επικοινωνίας και ασφαλή αγκυροβόλια και αφ’ ετέρου προστασία από φυσικές θεομηνίες ή εχθρικές επιθέσεις.
Για την εγκατάστασή τους επιλέγονταν συνήθως ακρωτήρια, χαμηλοί λόφοι, πλαγιές ή φύσει οχυρές θέσεις κοντά στη θάλασσα, δε λείπουν όμως και οι περιπτώσεις οικισμών που βρίσκονταν στην ενδοχώρα των νησιών.
Πρωτοκυκλαδική Ι περίοδος (3200-2800 π.Χ.)
Οι γνώσεις μας για την κατοίκηση κατά την Πρωτοκυκλαδικη_I περίοδο είναι ελάχιστες καθώς δεν έχουν μέχρι στιγμής βρεθεί μεγάλοι οργανωμένοι οικισμοί. Αν και έχει υποτεθεί ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στη χρήση φθαρτών υλικών, είναι πιθανότερο ότι αντανακλά τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των νεκροταφείων της περιόδου (ιδιαίτερα στα μεγάλα νησιά, όπως η Νάξος και η Πάρος), σε συνδυασμό με το μικρό τους μέγεθος, υποδηλώνει ότι εξυπηρετούσαν μικρές και σχετικά απομονωμένες οικιστικές μονάδες, ενδεχομένως αγροτικές οικίες όπου κατοικούσαν τα μέλη μιας ευρύτερης οικογένειες. Άλλωστε ένα παρόμοιο σύστημα γεωργοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων που στέγαζαν όχι μόνο τα μέλη της οικογένειας αλλά και οικόσιτα ζώα καθώς και δραστηριότητες όπως τυροκομική, καλαθοπλεκτική κ.ά., επέζησε μέχρι πολύ πρόσφατα σε αρκετά κυκλαδονήσια.
Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδος (2800-2300 π.Χ.)
Οργανωμένοι οικισμοί εμφανίζονται ουσιαστικά κατά την επόμενη Πρωτοκυκλαδική_II περίοδο. Από τις ανασκαφές που έχουν γίνει στο Σκάρκο της Ίου και στην Αγία Ειρήνη της Κέου, είναι σαφές ότι ήδη από το 2600 π.Χ. αναπτύχθηκαν στις Κυκλάδες οικισμοί με σπίτια ορθογώνιας κάτοψης εξαιρετικά επιμελημένης τοιχοποιίας (συχνά διώροφα), αγωγούς αποχέτευσης, χώρους βιοτεχνικής δραστηριότητας και άλλα χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν πρώιμες αστικές δομές.
Οι συγκεκριμένοι οικισμοί βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, και μάλιστα εντός κλειστών, καλά προφυλαγμένων κόλπων, και φαίνεται ότι συγκέντρωναν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού των αντίστοιχων νησιών. Επιφανειακές έρευνες στη βόρεια Κέα απέδειξαν ότι η Αγ. Ειρήνη ήταν ο μόνος μεγάλος οικισμός της συγκεκριμένης περιόδου, πιθανότατα δηλαδή αποτελούσε την «πρωτεύουσα» του νησιού. Κάτι ανάλογο μπορούμε να υποθέσουμε για τον Σκάρκο της Ίου καθώς και για τη Χαλανδριανή της Σύρου (Καστρί), όπου έχει βρεθεί ένα ΠΚ ΙΙ νεκροταφείο με πάνω από 600 τάφους. Σε άλλα νησιά, ωστόσο, όπως η Μήλος, η Νάξος, η Αμοργός και η Πάρος, παρά την ύπαρξη σημαντικών οικισμών (Φυλακωπή στη Μήλο, Γκρόττα στη Νάξο, κ.ά.) φαίνεται ότι η κατοίκηση ήταν πολύ πιο διάσπαρτη. Άλλωστε, και στην περίοδο αυτή εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται οι απομονωμένες αγροικίες που γνωρίζουμε από την ΠΚ Ι φάση.
Ο οχυρωμένος οικισμός στο Καστρί της Συρού
Η οχύρωση των οικισμών αποτελούσε ανέκαθεν βασικό μέλημα των Κυκλαδιτών, που εκτεθειμένοι όπως ήταν στη θάλασσα έπρεπε να λαμβάνουν προφυλάξεις απέναντι στη πειρατεία και τις εχθρικές επιδρομές. Ήδη από τη Τελική Νεολιθική περίοδο γνωρίζουμε την ύπαρξη οχυρωματικού τείχους στη θέση Στρόφιλας της Άνδρου, ενώ στη Μαρκιανή της Αμοργού υπάρχει προστατευτικός περίβολος από την ΠΚ Ι φάση. Κατά τη διάρκεια της ΠΚ ΙΙ περιόδου εμφανίζονται και άλλες οχυρωμένες θέσεις, π.χ. στον Πάνορμο της Νάξου και το όρος Κύνθος της Δήλου, το πιο χαρακτηριστικό όμως παράδειγμα είναι η ισχυρή οχύρωση στη θέση Καστρί της Σύρου που χρονολογείται προς το τέλος της περιόδου.
Οι ακροπόλεις αυτές βρίσκονταν κατά κανόνα στις κορυφές απόκρημνων λόφων και αντανακλούν μια περίοδο αναταραχών στο Αιγαίο, που πιθανώς σχετίζονταν με μετακινήσεις πληθυσμών από βορρά και ανατολή. Οι κάτοικοι φαίνεται ότι ήταν αναγκασμένοι να συνωστίζονται στις μικρές κορυφές των λόφων για λόγους προστασίας. Στο Καστρί μάλιστα έχουν βρεθεί χάλκινα αντικείμενα, μεταλλευτικές χοάνες και λίθινες μήτρες που αποδεικνύουν ότι πολλές βιοτεχνικές δραστηριότητες ελάμβαναν χώρα εντός των τειχών. Το πλήθος από βλήματα σφενδονών που βρέθηκαν έξω από τις οχυρώσεις στο Καστρί και τον Πάνορμο εξηγούν το γιατί.
Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ περίοδος (2300-2000 π.Χ.)
Τα στοιχεία που έχουμε για τους οικισμούς της Πρωτοκυκλαδική_ΙΙΙ περιόδου είναι λιγοστά και προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη Φυλακωπή της Μήλου και σε μικρότερα βαθμό από την Παροικία της Πάρου. Η βίαιη καταστροφή των οχυρωμένων οικισμών στο Καστρί και τον Πάνορμο και η εγκατάλειψη θέσεων όπως ο Σκάρκος στην Ίο, έχουν θεωρηθεί ως ενδείξεις μείωσης του πληθυσμού. Δε χωρά αμφιβολία ότι οι αναταραχές στο τέλος της ΠΚ ΙΙ φάσης θα είχαν κάποιες αρνητικές επιπτώσεις στην κατοίκηση των νησιών. Ωστόσο υπάρχουν σαφείς – αν και περιορισμένες προς το παρόν – ενδείξεις ότι μια σειρά από οικισμούς που εξελίχθηκαν σε σημαντικά λιμάνια κατά τη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού, όπως το Ακρωτήρι στη Θήρα, η Αγία Ειρήνη στην Κέα και η Γκρόττα στη Νάξο, συνέχισαν να κατοικούνται και κατά την ΠΚ ΙΙΙ περίοδο. Δεν αποκλείεται λοιπόν, οι μεταβολές που παρατηρούνται την περίοδο αυτή να οφείλονται σε μια τάση συγκέντρωσης των κατοίκων σε μεγαλύτερα παράκτια κέντρα, που παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια ενώ ταυτόχρονα έδιναν τη δυνατότητα συστηματικότερης εμπορικής δραστηριότητας – τόσο απαραίτητης για την επιβίωση των νησιωτικών πληθυσμών.
Επιλεγμένη βιβλιογραφία
-
Barber R.L.N. 1987: The Cyclades in the Bronze Age (London)
-
Broodbank C. 2000: An Island Archaeology of the Early Cyclades (Cambridge)