Οι Κυκλάδες είναι ένα σύμπλεγμα δεκάδων νησιών στο νότιο τμήμα του Αιγαίου Πελάγους, μεταξύ ηπειρωτικής Ελλάδας και Μικράς Ασίας. Η Νάξος, με έκταση 428 τ.χλμ., είναι το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος.
H ονομασία Κυκλάδες είναι αρχαία και παραδίδεται από τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη και πολλές άλλες πηγές. Σύμφωνα με το Στράβωνα, έτσι ονομάζονταν τα νησιά Κέα, Κύθνος, Σέριφος, Μήλος, Σίφνος, Κίμωλος, Πάρος, Νάξος, Σύρος, Μύκονος, Τήνος και Άνδρος, που σχημάτιζαν κύκλο γύρω από το ιερό νησί της Δήλου. Η Θήρα, η Ίος, η Σίκινος, η Φολέγανδρος, η Αμοργός, η Ανάφη μαζί με κάποια νησιά των σημερινών Δωδεκανήσων εντάσσονταν συνήθως στις νότιες Σποράδες. Οι μαρτυρίες αυτές, βέβαια, χρονολογούνται από την Κλασική περίοδο και εξής. Για το λόγο αυτό, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν οι Κυκλαδίτες της 3ης χιλιετίας π.Χ. – που δεν άφησαν γραπτά τεκμήρια – χρησιμοποιούσαν τις ίδιες ή παρόμοιες ονομασίες για τα νησιά τους.
Γεωμορφολογία των Κυκλάδων
Το Αιγαίο
Οι Κυκλάδες ήταν κάποτε οι κορυφές των βουνών της Αιγαΐδος, μιας ηπείρου που καταποντίστηκε στο Αιγαίο πριν από 5 εκατομμύρια χρόνια. Πολλά από τα νησιά, ιδιαίτερα εκείνα που εκτείνονται νοτιοδυτικά της Αττικής και της Εύβοιας, είναι πλούσια σε κρυσταλλικά πετρώματα, όπως γρανίτη, γναύσιο, μάρμαρο και σχιστόλιθο. Αντίθετα, τα νοτιότερα νησιά, που βρίσκονται πάνω στο ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου (Μήλος, Θήρα, Κίμωλος), έχουν αφθονία ηφαιστειογενών πετρωμάτων, όπως ο ανδεσίτης και ο οψιανός. Άλλες πηγές ορυκτού πλούτου, που αξιοποιήθηκαν σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, περιλαμβάνουν τα κοιτάσματα χαλκού της Κύθνου, και μολύβδου και αργύρου της Σίφνου.
Περιβάλλον και κλίμα
Το άνυδρο τοπίο κυριαρχεί στις Κυκλάδες
Οι Κυκλάδες είναι γενικά άνυδρες, με περιορισμένη χλωρίδα και πανίδα και μικρές εκτάσεις πρόσφορες για καλλιέργεια και κτηνοτροφία. Το κλίμα είναι ξηρό με μεγάλη ηλιοφάνεια και ελάχιστες βροχοπτώσεις. Οι δυνατοί άνεμοι, ωστόσο, που κυριαρχούν στο μεγαλύτερο τμήμα του χρόνου (και ιδιαίτερα το καλοκαίρι) κρατούν τη θερμοκρασία σε χαμηλά επίπεδα και ευνοούν τη ακτοπλοΐα.
Ανθρώπινη παρουσία στις Κυκλάδες
Ακατέργαστα τμήματα και εργαλεία απο οψιανό
Ανθρώπινη παρουσία μαρτυρείται στις Κυκλάδες ήδη από την 7η χιλιετία π.Χ. και συνδέεται με τις πολυάριθμες ενδείξεις που έχουμε για εξόρυξη οψιανού εξαιρετικής ποιότητας από τη Μήλο. Το σκληρό ηφαιστειογενές υλικό αποτέλεσε μια από τις πλέον περιζήτητες πρώτες ύλες για την κατασκευή εργαλείων και όπλων σε ολόκληρο το Αιγαίο κατά τη Νεολιθική εποχή και δε σταμάτησε να χρησιμοποιείται μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού (12ος αι. π.Χ.).
Μόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στα νησιά, ωστόσο, βεβαιώνεται μόνον κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο (περ. 5000 π.Χ.) στην Άνδρο, τη Νάξο, την Αντίπαρο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη και αλλού. Οι αρχαιότεροι οικισμοί ήταν μικρές κοινότητες που βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία για την επιβίωσή τους. Από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3200-2000 π.Χ.), όμως, αρχίζουν να κατοικούνται συστηματικά όλα τα νησιά των Κυκλάδων και να αναπτύσσονται οι επαφές μεταξύ τους και με τις ακτές που περιβάλλουν το Αιγαίο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η κατοίκηση των νησιών συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας.